μενού

Παλιννοστούντες Έλληνες από την τέως Σοβιετική Ένωση

Ο ξεριζωμός τους και η σκληρή προσπάθεια για δημιουργία μετά την εγκατάσταση στο χωριό μας

Ομάδα έρευνας: Τάνια Αβραμίδου, Ιωάννα Ελευθερίου, Μελίνα Παπαδοπούλου, Κούλα Παπαζώτου, Ανθή Παρασχάκη, Ντίνα Σκάρογλου, Θωμαή Σοφιανού, Κωνσταντίνα Τελλίδου, Ανθή Τσακιρίδου

Εποπτεία έρευνας - επιμέλεια: Βασίλης Χ. Ριτζαλέος

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 28, έτος 1996

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης έφερε τους πολίτες της άλλοτε πανίσχυρης χώρας αντιμέτωπους με νέες δοκιμασίες: σοβαρά οικονομικά προβλήματα και οξυνόμενες εθνοφυλετικές και θρησκευτικές αναμετρήσεις.
Το ελληνικό στοιχείο, αντιπροσωπεύοντας μια μικρή εθνική ομάδα (358.068 ψυχές, σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 1989), βρέθηκε απροστάτευτο ανάμεσα στις αλληλοσπαρασσόμενες εθνότητες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, τόσο στις Δημοκρατίες του Καυκάσου (κυρίως στη Γεωργία) όσο και στις κεντροασιατικές Δημοκρατίες (στο Καζακστάν και στο Ουζμπεκιστάν).

 

Συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί είχαν μετακινηθεί βίαια από το σταλινικό καθεστώς ως το 1953, από την ευρωπαϊκή Ρωσία στην Κεντρική Ασία των μουσουλμάνων και των τουρκογενών, για να χάσουν την Ελληνική συνείδηση με τη γεωγραφική τους ανάμειξη με άλλους λαούς.
Χάρη στο ψυχικό σθένος και την πίστη τους, αναζήτησαν μετά το 1990 νέα πατρίδα, εξαιτίας των σκληρών συνθηκών διαβίωσης τη φορά αυτή στη Μητέρα Ελλάδα.
Αφήνοντας πίσω ένα χώρο με κύρια χαρακτηριστικά τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας και του οργανωμένου εγκλήματος, τη βία των εθνικιστών, τη μαύρη αγορά και τη γενική αποδιοργάνωση, πέρασαν τα ελεύθερα πια σύνορα και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα.
Το ελληνικό κράτος βρέθηκε απροετοίμαστο αλλά και αδιάφορο απέναντι στα σοβαρά προβλήματα των ομογενών, που έφτασαν μ' ένα ελάχιστο μέρος της κινητής περιουσίας τους. Δεν υπήρξε κανένας προγραμματισμός για την αντιμετώπιση των αναγκών για στέγη και εργασία, ανάλογος με εκείνον του Ισραήλ για τους 200.000 ρωσοεβραίους πρόσφυγες...

Και στην περίπτωση των Ελλήνων από την πρώην Σοβιετική Ένωση, δεν έλειψαν οι μεγάλες υποσχέσεις για «ενίσχυση των εθνικά ευαίσθητων περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης με την εγκατάσταση των 100.000 ομογενών».

Σχηματίστηκαν πρόχειροι οικισμοί υποδοχής, όπως στις Σάππες Ροδόπης και στο Ζυγό Καβάλας, κάτω από απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης, που δεν έλυσαν τα προβλήματα, αλλά δημιούργησαν νέα και πιο σοβαρά...

Πολλοί ομογενείς προτίμησαν τις μεγαλουπόλεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης για μια «καλύτερη τύχη», όπου η ζωή δυστυχώς κρύβει μεγάλους κινδύνους, και αρκετοί αγωνίζονται σήμερα να επιβιώσουν κινδυνεύοντας από τα κυκλώματα των εκμεταλλευτών...

Οι πιο τυχεροί και συνετοί προτίμησαν την ελληνική επαρχία, που χαρακτηρίζεται ακόμη από τη φιλοξενία και την αλληλεγγύη των κατοίκων της. Οι ομογενείς δουλεύουν σκληρά και σιγά - σιγά αρχίζουν μια καινούρια ζωή, στηριγμένοι στην υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας και στις δικές τους δυνάμεις. Εμείς τους πλησιάσαμε, για να τους γνωρίσουμε καλύτερα και να συμβάλλουμε στην ένταξή τους στην κοινότητα του Αγίου Αθανασίου.

Σύμφωνα με το δημοτολόγιο της κοινότητας, που αντιπροσωπεύει τα επίσημα στοιχεία για την οικογενειακή κατάσταση των παλιννοστούντων ομογενών, οι πρώτες οικογένειες εγκαταστάθηκαν το 1991 στο χωριό μας. Συγκεκριμένα ο Γιώργος Καϊσίδης από το Καζακστάν, η οικογένεια του Γιάννη Κεσίδη από τη Γεωργία, του Γιώργου Παϊπουτλίδη από το Καζακστάν και του Δημήτρη Τεμιρτσίδη από τη Σταυρούπολη της Ρωσίας έφτασαν πρώτοι στον Άγιο Αθανάσιο. Οι τελευταίες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν τους πρώτους μήνες του 1996 είναι του Σάββα Ακριτίδη και του Παντελή Ακριτίδη από τη Γεωργία και του Κώστα Ιβανίδη από το Καζακστάν.

Είναι φανερό, από τα στοιχεία για τις 20 οικογένειες ομογενών στο χωριό μας, ότι ήρθαν από διάφορες περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως τη Ρωσία (Κρασνοντάρ, Βόρεια Οσσετία, Σταυρούπολη), τη Γεωργία (κυρίως Σοχούμι), το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν. Καθένας μεταφέρει τη δική του ιστορία ξεριζωμού από την προγονική εστία στον Πόντο, εξορίας ίσως από το σταλινικό καθεστώς και βίαιης πολλές φορές εγκατάλειψης της εστίας τους, πριν από το συχνά περιπετειώδες ταξίδι για την Ελλάδα.

Από τη Ρωσία ήρθαν οι οικογένειες Βινιτηκίδη, Δραγομανίδη, Μωϋσίδη (όλες από το Κρασνοτάρ, πόλη κοντά στη Μαύρη θάλασσα), Τεμιρτσίδη (από τη Σταυρούπολη, πόλη επίσης στη Μαύρη θάλασσα), Καλμπατσενίδη (από τη Βόρεια Οσσετία, αυτόνομη περιοχή στη ρωσική επικράτεια από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, στην Οσσετία σημειώθηκαν σφοδρές πολεμικές αναμετρήσεις).

Από τη Γεωργία, όπου καταγράφηκαν 100.052 Έλληνες στην απογραφή του 1989, εγκαταστάθηκαν στο χωριό μας οι οικογένειες Αβραμίδη, Π. Ακριτίδη, Σ. Ακριτίδη, Κεσίδη και Τριανταφυλλίδη. Η παραπάνω χώρα συγκλονίστηκε τα τελευταία χρόνια από αιματηρό πόλεμο, θύματα των αντιπάλων ομάδων υπήρξαν και αθώοι Έλληνες.

Από το Καζακστάν με τους 49.930 Έλληνες (απογραφή 1989), θύματα της πολιτικής των εκκαθαρίσεων του Στάλιν, που ξεριζώθηκαν από τις προγονικές εστίες στη Ρωσία, ήρθαν οι οικογένειες Αθανασιάδη, Ιβανίδη, Παϊπουτλίδη, Συμεωνίδη, Χαραλαμπίδου.

Από το επίσης μακρινό Ουζμπεκιστάν με τους 7.500 Έλληνες (1989), θύματα της ίδιας πολιτικής του Στάλιν, που ήταν εντελώς απομονωμένοι ανάμεσα σε μουσουλμανικούς και τουρκογενείς πληθυσμούς στην Κεντρική Ασία, προέρχεται η οικογένεια του Κώστα Λευκόπουλου.

Πλησιάσαμε ενδεικτικά ορισμένες οικογένειες και θέσαμε σ' όλες το ίδιο ερωτηματολόγιο για την ζωή τους στην πρώην Σοβιετική Ένωση, την εγκατάστασή τους στον Άγιο Αθανάσιο και τα όνειρά τους για το μέλλον. Μας απάντησαν πρόθυμα και θέλουμε να τους ευχαριστήσουμε θερμά για τη συνεργασία τους.

Ο κτηνίατρος κ. Δ. Τεμιρτσίδης και η φαρμακοποιός σύζυγός του κ. Μαρίνα ήρθαν το 1991 στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν τον ίδιο χρόνο στον Άγιο Αθανάσιο, ανοίγοντας το δικό τους φαρμακείο: «Η οικογένειά μας ζούσε στο χωριό Ελληνικό στην Σταυρούπολη της Ρωσίας, ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία. Αν και το ελληνικό στοιχείο ήταν ισχυρό στην περιοχή, δεν υπήρχαν ελληνικά σχολεία από το 1937, εξαιτίας του Στάλιν. Λειτουργεί μόνο τα τελευταία χρόνια ένας ελληνικός σύλλογος. Μιλούσαμε κυρίως ρωσικά, αλλά όλοι γνωρίζαμε την ποντιακή γλώσσα χάρη στην προτροπή των γονιών μας. Η οικογένειά μας δεν έπεσε θύμα εξορίας από το παλιό καθεστώς, ούτε άλλοι Έλληνες από την περιοχή».

Ο κ. Παπουνίδης ήρθε με την οικογένειά του από τη Γεωργία, Δημοκρατία του Καυκάσου: «Ζούσαμε σ’ ένα χωριό, δίπλα σε μια όμορφη λίμνη, ανάμεσα σε πολλές ελληνικές οικογένειες. Μιλούσαμε ρωσικά, γιατί δεν υπήρχε ελληνικό σχολείο. Ο παππούς και ο προπάππος εξορίστηκαν πριν από τον πόλεμο. Οι Γεωργιανοί ήταν εχθρικοί απέναντι μας μετά το 1990. Φύγαμε από εκεί, γιατί δεν είχαμε δουλειά. Το 1994 ήρθαμε στην πατρίδα και εγκατασταθήκαμε στον Άγιο Αθανάσιο».

Τα βιώματα των ομογενών είναι πράγματι σκληρά. Το ταξίδι στην πατρίδα στάθηκε λύτρωση από τα δεινά του πολέμου, της ανεργίας και της δυστυχίας...

Ο κ. Παϊπουτλίδης εγκαταστάθηκε το 1991 στον Άγιο Αθανάσιο, αμέσως μετά τον ερχομό του στην Ελλάδα: «Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στο μακρινό Καζακστάν. Στη περιοχή μας ζούσαν πεντακόσιες ελληνικές οικογένειες. Μιλούσαμε ρωσικά, καθώς δεν υπήρχαν ελληνικά σχολεία. Ο παππούς εξορίστηκε το 1937 από τον Καύκασο στο Καζακστάν». Αμέσως μετά την εγκατάστασή τους έπρεπε να λύσουν τα άμεσα προβλήματα της στέγης και της εργασίας, σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα της γλώσσας και της επικοινωνίας με τους συγχωριανούς.

«Στην αρχή δε γνωρίζαμε καθόλου τη ελληνική γλώσσα» μας λέει ο κ. Τεμιρτσίδης, «αλλά δεν κάναμε πίσω. Δεν αντιμετωπίσαμε άλλα προβλήματα, ενώ οι σχέσεις μας με τους συγχωριανούς ήταν άριστες. Δε βρήκαμε τίποτε έτοιμο, αλλά στηριγμένοι στις δικές μας δυνάμεις καταφέραμε ό,τι καταφέραμε».

Η κ. Παπουνίδου, με τη βοήθεια των παιδιών της στη μετάφραση, μας είπε: «Δυσκολευτήκαμε να βρούμε σπίτι. Πέρασε ένας χρόνος και μετά προσαρμοστήκαμε στην καινούρια μας ζωή. Αν και είμαστε ευχαριστημένοι από την όλη ατμόσφαιρα στο χωριό, δε γνωρίζω ελληνικά και νιώθω κάπως αποξενωμένη».

Η κ. Ελένη Χαλίδου, που παντρεύτηκε το συγχωριανό μας κ. Μυλωνά, θυμάται για τα προβλήματα προσαρμογής στην Ελλάδα: «Ήρθα στην Ελλάδα το 1992 από το Καζακστάν. Στο χωριό μας ζούσαν πολλές ελληνικές οικογένειες και ο τόπος ερήμωσε, όταν φύγαμε. Εγκαταστάθηκα στο Ζυγό Καβάλας. Ήξερα να μιλώ μόνο ρωσικά (το μοναδικό μου πρόβλημα), αλλά ζούσα με την αδελφή μου και το αντιμετώπιζα. Το 1994 παντρεύτηκα και ήρθα στον Άγιο Αθανάσιο».

Στα δημοτικά σχολεία του χωριού φοιτούν δεκαπέντε παιδιά από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι γονείς ευχαριστούν θερμά τους δασκάλους για τη συμπαράστασή τους στις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών. Ήδη κάποια διακρίνονται για το ζήλο και τις επιδόσεις τους στο σχολείο.

Κοινή επιθυμία όλων είναι η δημιουργία στενών φιλικών σχέσεων με τους συγχωριανούς. «Θέλω το σπίτι μου να είναι ανοιχτό για επισκέψεις από τους γείτονες», μας λέει η κ. Παπουνίδου, «δεν περιμένουμε να βρούμε τίποτε έτοιμο στο δρόμο. Για όλα χρειάζεται κόπος και προσπάθεια».

Καλή δύναμη!

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 99 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή