μενού

Αφήγηση Δημήτριου Παπαδόπουλου (Μητσάκη)

Η παρακάτω αφήγηση του συγχωριανού μας Δημητρίου Παπαδόπουλου (Μητσάκη) περιέχεται στην εργασία του λαογράφου Σάββα Παπαδοπούλου με τίτλο «Η εγκατάσταση προσφυγικών πληθυσμών στο νομό Δράμας, στην περίοδο 1913-1939». Η εργασία αυτή ανακοινώθηκε στη β' Επιστημονική Συνάντηση του 1994 με γενικό θέμα «Ιστορία και Πολιτισμός της περιοχής της Δράμας». Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την ευγενική παραχώρησή του.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 43, έτος 1999.


του Σάββα Παπαδοπούλου, λαογράφου

Το Αλάτσαμ στη βυζαντινή εποχή ονομαζόταν Λεοντούπολη. Από μυθολογία ξέρουμε ότι είναι αρχαία πόλη, λεγόταν Ζαβέκα και ο ομώνυμος ποταμός (Ζαβέκας), Μετέπειτα οι βυζαντινοί την ονόμασαν Λεοντούπολη. Μετά οι Τούρκοι, Αλάτσαμ (αυτά τα άκουσα από δικούς μας).

Το Αλάτσαμ είχε κάπου 8 χιλιάδες κατοίκους. Ενώ οι Έλληνες ήταν σαν Ευρωπαίοι, οι Τούρκοι (παρέμειναν) ανατολίτες, σε χαμηλό επίπεδο. Εκεί οι Έλληνες είχαμε 25 διανοουμένους: γιατρούς, δασκάλους, καθηγητές, καπνεμπόρους κλπ. Είχαμε μορφωτικό σύλλογο με το όνομα «ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ», πλήρη βιβλιοθήκη, αίθουσα διαλέξεων κλπ. Είχαμε και ημιγυμνάσιο. Από το ημιγυμνάσιο αυτό έβγαιναν οι δάσκαλοι.

Τα περίχωρα ήταν καμιά 60ριά χωριά, όλα ελληνικά βέβαια. Η παραγωγή ήταν παντός είδους προϊόντα, καπνά, σιτηρά. Ο κάμπος του Αλάτσαμ ήταν τόσο εύφορος που, αν δεν στέλναμε στην Τραπεζούντα, Κερασούντα κλπ. σιτάρια και παρόμοια προϊόντα, όλοι εκεί θα πεινούσαν. Εμείς τροφοδοτούσαμε όλες αυτές τις περιοχές.

Και ήρθε ο πόλεμος του '14 και μετά του '22.

Το '21 ήρθε αγγλικός στόλος με ναύαρχο (δε θυμάμαι το βαθμό του) με καμιά εκατοσταριά ναυτικούς στην πόλη (Σαμψούντα), πήγαν στην Τουρκική διοίκηση και τους λένε: «Θα αναλάβουν οι Έλληνες τη διοίκηση κλπ.». Ο άγγλος ναύαρχος τα είπε αυτά... Επειδή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν οι Τούρκοι, ήθελαν έναν γλωσσομαθή που να γνωρίζει αγγλικά κλπ., ο οποίος μαζί με τον Τούρκο διοικητή προχωρούν προς την Περικλή Μπουζουτσάκογλου, που ήταν τραπεζίτης και ήξερε τέσσερις πέντε ξένες γλώσσες: γερμανικά, ιταλικά, γαλλικά, τουρκικά, ελληνικά.

Κατεβαίνοντας στην αγορά τον συνάντησαν και του λένε: «Περικλή εφέντη, σε σας ερχόμαστε», λέει ο Τούρκος. Μαζί με το ναύαρχο ήταν και ακολουθούσαν καμιά σαρανταριά ναυτικοί. «Ορίστε», τους είπε. Πήγανε στο σπίτι του, συνεννοηθήκανε, αμέσως διέταξε ο Άγγλος να βάλουν την ελληνική σημαία και την αγγλική στο οίκημα του Περικλή Μπουζουτσάκογλου, ο οποίος πολύ μορφωμένος άνθρωπος, δικηγόρος, λόγιος... Και στα ελληνικά, και στα τουρκικά.

Ο Περικλής σαν λόγιος άνθρωπος λέει: «κύριε ναύαρχε, στις σημαίες αυτές δίπλα να βάλουμε και την τουρκική σημαία, να μην πάθουμε καμιά ζημία...», «Νόου», λέει αυτός, «εκεί που πατάει αγγλικός στρατός, δεν εννοεί να οπισθοχωρήσει. Μόνον εδώ είναι Ελλάδα πλέον. Ελληνικιά σημαία μόνο και αγγλικιά θα είναι...».

Αφού καθίσανε λοιπόν κάπου τρεις μήνες, γιατί είχε μεγάλη οικογένεια ο Μπουζουτσάνογλου αυτός, είχε ωραίες θυγατέρες, πιάνο κλπ. άνθρωπος με ευρωπαϊκή εξέλιξη, παραμυθένια πράγματα.

Αφού μείνανε λοιπόν, χορέψανε, γλεντήσανε, τρεις μήνες. ο κόσμος από τη χαρά του λαχταρούσε, αφού ύστερα από την Άλωση της Πόλεως τώρα βρήκε την ελευθερία του, και τα παιδιά του Γυμνασίου τραγουδούσαν στους δρόμους:
«ω, λυγερόν και κοπτερόν σπαθίν μου... εμείς τους Τούρκους σφάξαμε» και τα τέτοια, μεγάλη η χαρά, ήρθαν μετά τα θλιβερά γεγονότα.

Ύστερα από τρεις μήνες, τι μεσολάβησε τέλος πάντων, χωρίς να ειδοποιήσουν οι Άγγλοι, κατεβάζουν τη δίκιά τους σημαία κι αφήνουν μόνο την ελληνική, ανεβαίνουν τη νύχτα κατά τις 3 η ώρα στα πλοία τους και φεύγουν!...
Όταν ξημέρωσε λοιπόν ούτε ο νοικοκύρης δεν πήρε χαμπάρι, πότε φύγανε. Αυτά το '21.

Το πρωί, τρομοκρατημένος ο λαός, δεν ήξερε τι έγινε. Σε κάθε σπίτι ένας Τούρκος τζαντερμάς (χωροφύλακας) και 15 μπασιμπουζούκοι (αλήτες πολίτες) περικύκλωσαν τα σπίτια, για να συλλάβουν τους άντρες. Αλλά με την εξής δικαιολογία. Οποίος στο τρίμηνο μέσα που έρχεται δεν παρουσιαστεί για ανάκριση στο στρατό, θα κάψουν το σπίτι του με τα παιδιά του μέσα, τα ρούχα, τα πάντα.

Κι έτσι αναγκάστηκαν να παρουσιασθούν - για ανάκριση τάχα - στις αποθήκες (υπήρχαν καμιά δεκαπενταριά καπνομάγαζα), τους γέμισαν εκεί μέσα πολλές χιλιάδες από 14 χρονών μέχρι 80. Αφού τους κρατήσανε εκεί καμιά εικοσαριά μέρες - τάχα για ανάκριση - κατά ομάδες τους πήραν, τους έβγαλαν έξω από το Αλάτσαμ, τους ξεγύμνωσαν, τους πήραν ό,τι είχαν και τους καθάρισαν με τα πυροβόλα και άλλα όπλα.

Δεν έμεινε κανείς ζωντανός απ' αυτούς. Τον Περικλή δε που ήταν μέλος της επιτροπής για τη Δημοκρατία του Πόντου, τον κρέμασαν στην Αμάσεια και τους υπόλοιπους τους καθάρισαν. Μερικοί μόνο που υπηρετούσαν στο στρατό, αυτοί γλίτωσαν. Τα γυναικόπαιδα μας διατάζουν από κει και με αποστολές μας στέλνουν εξορία. Τα χρυσαφικά που είχαμε τα κρύψαμε στα σπίτια μας. Και ξεκινήσαμε με την προοπτική πως θα ξαναγυρίσουμε πίσω. Αυτοί μας έβαλαν με τα πόδια να ξεκινήσουμε, χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Και προχωρούμε μέσα από την Κεντρική Τουρκία, όλη την Τουρκία. Από τρεις χιλιάδες που ήμασταν, (στη διαδρομή) πέθαναν πολλοί από πείνα, ψείρα, αρρώστιες.

Εκεί προς την Αμάσεια, την πατρίδα του Στράβωνος, καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Λέει η μάνα μου στους τζαντερμάδες: «η σφαίρα πόσο έχει;», την λένε: «5 γρόσια», «Να σας δώσω 15 γρόσια, τρία άτομα, να ρίξετε να μας σκοτώσετε, γιατί αυτό δεν υποφέρεται...». Λέει ο Τούρκος, «δεν έχομε διαταγή να σας σκοτώσουμε δια εξορίας». Και να μην τα πολυλογούμε, φτάνομε στο Χαρμούτ, στο Ντιαρμπακίρ...

Αφού καθίσαμε εκεί ένα εξάμηνο εν τω μεταξύ όμως έχουν αποδεκατισθεί τα γυναικόπαιδα, ο κόσμος, από 3 χιλιάδες, έμειναν 200; 300; 500; δε θυμάμαι ακριβώς, φτάσαμε πάλι με πορεία στη Συρία, στο Χαλέπι, στην Αλεξανδρέττα. Εκεί μας δόθηκε από κάποια Ελληνίδα βοήθημα, τέσσερα ψωμιά στο άτομο, λίγος χαλβάς, κασέρι κλπ. Έπειτα μας βάλανε στο πλοίο «ΚΑΛΥΨΩ" και κατευθείαν έξω από την Κύπρο, την Κρήτη, φτάσαμε στην Κεφαλληνία (Επτάνησα), συγκεκριμένα φτάσαμε στη Σάμη.

Φοβερή η πείνα, ψωμί δεν υπάρχει... Χόρτα τρώγαμε κάθε μέρα, παρά που ήρθαμε στην Ελλάδα... Είχαμε ξελιγωθεί. Η γριά μας λέει: «Εγώ έδωσα τα δυο παιδιά μου, δε θ' αφήσω να πεθάνουν (τα άλλα) στην πατρίδα...». «Τι θα κάνεις;» της λέμε. «Θα βγω στη ζητιανιά». Και τοιουτοτρόπως βγαίνομε στη ζητιανιά, σ' όλα τα χωριά της Κεφαλληνίας, εμείς τα πιτσιρίκια. Εγώ 8 χρονών, μαζί με τη γριά ζητιανεύαμε, δεν είχαν ψωμί να δώσουν αυτοί, είχαν ρεβίθια ή κουκιά, λάδια και κρασιά.

Αφού ζητιανέψαμε μετά απ' αυτήν την ταλαιπωρία στην Κεφαλληνία, πήγαμε στον θείο μου τον Αριστείδη (Παπαδόπουλο) που σπούδαζε γιατρός, μόλις φτάσαμε στην Αθήνα, εκεί πήγαμε σ' αυτόν, αυτός δυσκολεύτηκε να μας συντηρήσει, λίγος ο μισθός, μας είπε να κατεβούμε στη Μακεδονία, εκεί δίνουν χωράφια κλπ.

Έτσι, ήρθαμε στη Δράμα, κατεβήκαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί καθίσαμε καμιά βδομάδα, μετά άρχισε να βρέχει, λέει η γριά ήρθαμε εδώ στην Ελλάδα, για να πεθάνουμε: Δεν υπάρχει κανένα τουρκικό σπίτι να πάω να σπάσω στην πόρτα του, να μπω μέσα; Και έτσι ξεκινήσαμε 2 - 3 γυναίκες κι έναν ξάδελφος μου 15 χρονών, ρωτήσαμε έναν πολίτη: «Κανένα τουρκικό σπίτι;». Μας έδειξε το ελληνοτουρκικό, ένα ωραίο ψηλό σπίτι. Πήγαμε εκεί, τάκα! τούκα! σπάσαμε την πόρτα, μπήκαμε μέσα, βάλαμε τα ρούχα μας σε μια γωνιά. «Τώρα θα σας κανονίσω», λέει ο Τούρκος, φέρνει 2-3 τζαντερμάδες, Έλληνες χωροφύλακες μας βάζουν μπαράζ, τάκα τάκα, πετάν τα ρούχα μας, η γριά ήταν πονηρή, αναγκάστηκε να πέσει κάτω, να βγάζει αφρούς και να τρέμει στα ψέματα. Φοβήθηκαν οι Έλληνες χωροφύλακες, σου λέει «μη βρούμε το μπελά μας, να φύγουμε κι έτσι μείναμε 5-10 μέρες εκεί ως 20. Μετά ήρθαμε στον Άγιο Αθανάσιο, όπου και μέναμε. Μας έδωσαν ύστερα από μεγάλες ταλαιπωρίες που περάσαμε κι εδώ, χωράφια, οικόπεδο.

Όλες-όλες ήμασταν δυο οικογένειες στην αρχή, μετά κι άλλες; συνολικά γύρω στις 30 οικογένειες, οι 4-5 μέσα από τη Λεοντούπολη (Αλάτσαμ), οι άλλες από τα χωριά. Υπάρχουν τώρα Αλάτσαμληδες στη Ραβίκα, στο Νικηφόρο (ένας δάσκαλος), στο Βαθύτοπο, κι άλλοι είναι αυτοί στην Καβάλα, Αθήνα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη κι αλλού άλλες ομάδες.

Εδώ βρήκαμε πρόσφορο έδαφος κι ως εκ τούτου μείναμε εδώ, καλή-κακή, αυτή είναι η πατρίδα μας, υποφέραμε πάρα πολύ μέχρι το 1930. Αγοράσαμε οικόπεδα, κάναμε δυο μαγαζιά, εγώ κι ο αδελφός μου, μορφώσαμε τα παιδιά μας.
Ο ένας μου γιός εργάζεται σε γερμανο-ελβετική εταιρεία με παχυλό μισθό, ο άλλος μετά το γυμνάσιο, έφυγε στην Αμερική, δεν ξέρω καλά-καλά τι είδους δουλειά κάνει.

Από το Αλάτσαμ, παρά που έχομε μητρική γλώσσα την τουρκική και ελληνική, όχι ποντιακή, στον Άγιο Αθανάσιο είμαστε 30 οικογένειες, έχομε 80 και πάνω μορφωμένους διανοούμενους (δασκάλους, καθηγητάς, γιατρούς κλπ.), όλες οι άλλες ράτσες εδώ (Θρακιώτες, Καραμανλήδες) δεν έχουν ούτε καμιά εικοσαριά. Αποδίδω τη μεγάλη επίδοση στα γράμματα στο ότι εκεί υπήρχαν αρχαία ονόματα όπως Όμηρος, Περικλής κλπ. Φαίνεται καθαρά πως είμαστε απόγονοι των αρχαίων αποίκων και συντέλεσε η παράδοση να θέλουμε να μορφώσουμε τα παιδιά μας.

Θα τελειώσω με κάτι άλλο σημαντικό νομίζω. Όταν ανεβήκαμε στο πλοίο «ΚΑΛΥΨΩ» συνεχώς φωνάζαμε: «Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω ο Ελευθέριος Βενιζέλος!...». Κι, όσοι ξέρανε τραγούδια τραγουδούσαν το «Ω, λυγηρόν και κοπτερόν σπαθίν μου...».

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 6 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή