μενού

Αφήγηση του Δημήτριου Συμεωνίδη με καταγωγή από την Κερασούντα

του Κωνσταντίνου Κυριαζή-Κηπουρού

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχη 37 και 38, το έτος 1998, με τίτλο Η Οδύσσεια των Ποντίων και το ρίζωμά τους στο χωριό μας και συνοδευόταν από το παρακάτω κείμενο:

Στην προσπάθεια της «Βοϊράνης» να καταγράψει όσες περισσότερες μνήμες από κείνους τους συγχωριανούς μας που έζησαν τις τραγικές στιγμές του ξεριζωμού τους από τις πανέμορφες και αξέχαστες πατρίδες του Πόντου, την οδύσσειά τους και το ρίζωμά τους στο χωριό μας, ήλθαμε σε επαφή με τρεις απ' αυτούς, και προσπαθήσαμε να ανασκαλέψουμε τις μνήμες τους και να ξαναζωντανέψουμε μακρινές εποχές. Παρ' ότι λοιπόν βρίσκονται σε μεγάλη ηλικία, είναι εντυπωσιακή η καθαρότητα του μυαλού τους και παραστατικότατη η αφήγηση των εμπειριών που γεύτηκαν στην παιδική τους ηλικία, οι οποίες σημάδεψαν για πάντα τη ζωή τους. Κοινό σημείο αναφοράς τους, η καταγωγή τους από τα παράλια του Εύξεινου Πόντου και η εγκατάστασή τους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ο καθένας, στο χωριό μας. Θέλοντας να ανασυνθέσουμε την πρώτη εικόνα του χωριού, με τα ονόματα και τον τόπο προέλευσης των πρώτων κατοίκων του, επιχειρήσαμε να επαναφέρουμε στη μνήμη τους εκείνα τα χρόνια και με την βοήθεια κι άλλων ηλικιωμένων συγχωριανών μας να παραθέσουμε τα ονόματα, αρχηγών ποντιακών οικογενειών, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είναι σήμερα στη ζωή.

Ο Δημήτριος Συμεωνίδης, γεννήθηκε το 1911 στην πανέμορφη Κερασούντα του Πόντου, απ' όπου έφυγε σε ηλικία 3 ετών, το 1914, εξορισμένος μαζί με την εύπορη οικογένεια του, ανήμερα της ημέρας των Χριστουγέννων.

37.a 
 Δημήτριος Συμεωνίδης

Μέσα από ανείπωτες στερήσεις και περπατώντας μέσα στα χιόνια, επί έξι μήνες, έφθασαν τελικά στο Σοχούμ της Ρωσίας, στη Μαύρη Θάλασσα, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια.

Το 1919, μετά τη Σοβιετική επανάσταση, και λόγω νέων διώξεων, ήλθε με την εξαμελή οικογένειά του με πλοίο στη Θεσσαλονίκη, στο λιμάνι της οποίας έμειναν σε καραντίνα 1,5 μήνα και στη συνέχεια τους οδήγησαν στην απελευθερωμένη από τον ελληνικό στρατό Ανατολική Θράκη και συγκεκριμένα στο χωριό Μαγγαλιά της Αδριανούπολης.

Δεν έμελε όμως να ριζώσουν για πολύ στη νέα τους πατρίδα, και έτσι μετά την μικρασιατική καταστροφή ξεριζώνονται και πάλι και με τα κάρα και τα τρένα κατέληξαν αυτός και η οικογένεια του, μαζί με αρκετές άλλες οικογένειες από την Κερασούντα, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας.

Ο λόγος που επέλεξαν το χωριό μας, ήταν η προηγούμενη εγκατάσταση σ' αυτό, από το 1920, του γαμπρού τους Ιωάννη Ευθυμιάδη του Νικολάου, καταγόμενου επίσης από την Κερασούντα.

Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο μα μιλήσει:

«Στο χωριό ήλθαμε τον Δεκέμβριο του 1922. Το τρένο μας άφησε στο σταθμό της Δράμας σε ελεεινή κατάσταση.
Εγώ ήμουν τότε ένδεκα χρονών και τα θυμάμαι όλα. Μαζί με τη δική μου οικογένεια, ακολούθησαν την εγκατάστασή μας σ' αυτό και άλλες οικογένειες, μεταξύ των οποίων:
τον Λάζαρον Αμβροσιάδη (οκτώ άτομα),
τον Παναγιώτη Συμεωνίδη (πέντε άτομα),
τον Γεώργιον Φυρινίδη (έξι άτομα) και τον Γεώργιο Αμβοσιάδη.
Συνολικά ήρθαμε δέκα οικογένειες, όλα τα ονόματα δεν τα θυμάμαι, οι άλλοι πρόσφυγες από την Κερασούντα διασκορπίστηκαν σε άλλα μέρη.

Στο χωριό βρήκαμε πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Υπήρχαν οι Τούρκοι ακόμα. Μετά ήλθαν με τα κάρα και άλλοι πρόσφυγες από το Μπογιαλίκι της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Η κατάσταση όλων ήταν απελπιστική. Κάθε ομάδα, διάλεξε ξεχωριστή περιοχή. Στην αρχή κοιμόμασταν όπου βρίσκαμε, μετά στα τούρκικα σπίτια.

Μαλώναμε τακτικά μεταξύ μας και δεν υπήρχε κρατική μέριμνα. Δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχαν αποχετεύσεις και ο κάμπος ήταν βάλτος. Κοιμηθήκαμε πολλές φορές νηστικοί αλλά δεν το βάλαμε κάτω.

Πολεμήσαμε με όλες μας τις δυνάμεις, αγωνιστήκαμε σκληρά, και πετύχαμε να κάνουμε τον βάλτο έναν εύφορο κάμπο».

Τότε το χωριό το έλεγαν Μπόργιανη, θυμάται ο μπαρμπα-Μήτρος.

«Το σχολείο λειτουργούσε στην παλιά κοινότητα. Πρώτος Πρόεδρος ήταν ο Κωνσταντίνος Δανδίνης, που τον σκότωσαν το 1925. Μετά ανέλαβε ο Αριστείδης Ιωαννίδης και στη συνέχεια ο θείος μου Αναστάσιος Συμεωνίδης, ο οποίος ήταν πρόεδρος του χωριού από το 1928 μέχρι το 1932.

Παπάς από το 1923 μέχρι το 1955 ήταν ο Χατζήπαπας Παπακυριάκος που ξεχώριζε για την κοινωνικότητα και τη μόρφωσή του.

Όταν εμείς ήλθαμε στο χωριό, συνεχίζει ο μπαρπα-Μήτρος, υπήρχαν άλλες 10 - 15 οικογένειες, καταγόμενες επίσης από την Κερασούντα, οι οποίες είχαν εκτοπιστεί στη Ρωσία μαζί με την δική μου οικογένεια. Αυτοί ήλθαν από το Βατούμ της Ρωσίας με πλοίο και αποβιβάστηκαν στην Καβάλα.

Ανάμεσά τους ήταν οι οικογένειες του Ιωάννη Ευθυμιάδη, που μας οδήγησε από την Δράμα στο χωριό, του Νικόλαου Ξενίδη, του Ελευθερίου Παπαδόπουλου (Παστάκι), του Κωνσταντίνου Λαζαρίδη, του Νικολάου Παπαδόπουλου του Δημητρίου, του Κυριάκου Συμεωνίδη και του Σάββα Μιχαηλίδη.

Οι υπόλοιποι πρόσφυγες από τα άλλα μέρη του Πόντου ήλθαν αργότερα, όπως και οι Μικρασιάτες.

Μετά από μας, περί το 1923-24 ήλθαν στο χωριό περίπου 100 οικογένειες από το Αλάτσαμ της Μικράς Ασίας και 2-3 οικογένειες από το Καραμάν της Καππαδοκίας (Καραμανλήδες)».

Με συγκίνηση και νοσταλγία θυμάται τα πρώτα δύσκολα χρόνια, όπου παρά την φτώχεια και τις στερήσεις ο κόσμος διασκέδαζε τακτικά στην πλατεία, στα καφενεία και στα σπίτια.

Στην αρχή υπήρχε μια τάση διαχωρισμού μεταξύ των κατοίκων του χωριού, ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους.
Γρήγορα όμως μας λέει, αυτά ξεπεράστηκαν, συμφιλιωθήκαμε και γλεντούσαμε όλοι μαζί.

«Στη νέα μας πατρίδα, συνεχίζει ο μπαρμπα-Μήτρος, φέραμε τις παραδόσεις μας, τους χορούς και τα τραγούδια μας, τον μεγάλο πολιτισμό μας».

Θυμάμαι μας λέει, ότι «από τα πρώτα χρόνια δημιουργήσαμε μια αυτοσχέδια θεατρική ομάδα η οποία έδινε παραστάσεις στην πλατεία τον χωριού». Ψυχή της ομάδας ήμουνα εγώ.

skk154
1932. Ξεριζωμένοι Πόντιοι παρουσιάζουν τη Γέννηση του Χριστού  σε αρχαία Ελληνική γλώσσα.
Καθιστός δεξιά ο Δημήτριος Συμεωνίδης του Παναγιώτη

Γυρνούσαμε τα σπίτια και λέγαμε τα κάλαντα, με τη λύρα. Λυράρης ήταν ο Πάνος ο Νικοπολίτης γνωστός ως «Πάνος ο κεμετζετζής», ο οποίος με το μουσικό του ταλέντο και τη λύρα του άφησε εποχή και διασκέδαζε γενιές συγχωριανών».

Τα μάτια του μπαρμπα-Μήτρου, γυάλισαν στο σημείο αυτό. Η συγκίνηση του ήταν έκδηλη. Σώπασε για λίγο και αμέσως μετά με φωνή τρεμάμενη μα καθαρή, όπως και η ματιά του, απήγγειλε ατέλειωτους στίχους και επί πολλή ώρα, σε άπταιστη ελληνική γλώσσα, από το θεατρικό έργο που αυτοσχέδια σκηνοθετούσε και πρωταγωνιστούσε με θέμα τη γέννηση του Χριστού.

Δεν θέλησα κι ούτε μου ήταν μπορετό να τον διακόψω. Ήταν φανερό ότι ο μπαρμπα-Μήτρος, ο μόνος επιζών από τους συμπατριώτες του Κερασούντιους που έζησαν την προσφυγιά, ζούσε στο δικό του κόσμο.

Τον άφησα ήσυχα, δίχως καν να προλάβω να δοκιμάσω το σπιτικό ποτό από κράνα που πρόσχαρα μου πρόσφερε η κυρα-Μήτραινα, επιζητώντας να κρατήσω ζωντανή στ' αυτιά μου εκείνη την επική αρχαιοελληνική απαγγελία, σημάδι μιας πανάρχαιας κληρονομιάς και στην ψυχή μου την γαλήνια ματιά του, καρπό μιας δικής του Ιθάκης, στο τέρμα μιας άλλης Οδύσσειας.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 88 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή