μενού

Του Κωνσταντίνου Κυριαζή-Κηπουρού

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 52, έτος 2000

Από την πρώτη στιγμή που εκδόθηκε η «Βοϊράνη», πριν από δέκα χρόνια, ήταν πάντα στις προθέσεις μου, η καταγραφή ορισμένων παραδοσιακών επαγγελμάτων, που ο χρόνος και η εξέλιξη τ’ αφήνουν πίσω τους, έτσι που σε λίγο καιρό οι παλαιότεροι θα τα έχουν ξεχάσει και οι νεότεροι δεν θα γνωρίζουν καν την ύπαρξή τους. Ωστόσο αυτά τα επαγγέλματα ήταν που πριν μερικά χρόνια εξασφάλιζαν τον βιοπορισμό πολλών οικογενειών του χωριού μας και χρωμάτιζαν με ένα εντελώς ξεχωριστό χρώμα την κοινωνική και οικονομική ζωή των κατοίκων του, αλλά και ολόκληρης της περιοχής.

Στα επαγγέλματα αυτά, μυήθηκαν οι παππούδες και οι πατεράδες μας, από τους δικούς τους γονείς, κυρίως στις χαμένες, μα αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης, του Πόντου και της Μ. Ασίας, απ’ όπου ξεριζώθηκαν πριν από 80 περίπου χρόνια. Μαζί λοιπόν με τα λιγοστά τους υπάρχοντα, έφεραν και τις πλούσιες γνώσεις τους πάνω στα επαγγέλματα που ασκούσαν στις πατρίδες τους, με τα οποία καταξιώθηκαν κοινωνικά και έδωσαν ώθηση στην οικονομία της νέας τους πατρίδας.

Τέτοια επαγγέλματα που άνθισαν κυρίως στο χωριό μας, ήταν του καροποιού, του σιδερά, του πεταλωτή, του μυλωνά, του μπαξεβάνη και ίσως άλλα που μου διαφεύγουν.

Οι μπαξεβάνηδες με τους οποίους θα ασχοληθώ σε αυτό το αφιέρωμα, πρόκοψαν κυρίως στην Ανατολική Θράκη, όπου η διαμόρφωση του εδάφους με τις απέραντες πεδιάδες, τα πολλά τρεχούμενα νερά και τα εύφορα εδάφη, αποτελούσαν ιδανική προϋπόθεση για την αποδοτική ενασχόληση με την ζαρζαβατική τέχνη, οι οποία στον χώρο αυτό βρήκε τους πλέον ικανούς εκφραστές της.

Έτσι δεν είναι τυχαίο το ότι στην Αν. Θράκη οι έλληνες μπαξεβάνηδες ανήκαν στην οικονομική αφρόκρεμα της περιοχής, θεωρούνταν δικαιολογημένα «ισνάφια», δηλαδή σημαντικοί οικονομικοί παράγοντες και η συντεχνία τους ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή σε όλες τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Ένας ιδιαίτερος λόγος που με ωθούσε πάντα να ασχοληθώ μ’ αυτό το επάγγελμα, είναι ότι οι πρόγονοί μου, προερχόμενοι από την περιοχή της ξακουστής Γέννας, της Ανατολικής Θράκης, ήταν όλοι τους μπαξεβάνηδες και τέτοιοι παρέμειναν όταν ρίζωσαν το 1922 στο χωριό μας, μέχρι τον θάνατό τους.

Είχα την ευκαιρία, κυρίως στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, να ζήσω από κοντά τις δυσκολίες αλλά και τις χαρές της ζωής του μπαξεβάνη, δυσκολίες που είχαν να κάνουν με την άχαρη προσπάθεια να τιθασεύσει κανείς το χώμα και τις πέτρες κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες, και χαρές που οφείλονταν στην αίσθηση της δημιουργίας μέσα από τα σπλάχνα της γης, απ’ όπου γεννοβολούσαν διαρκώς, μέσα από μια αέναη διαδικασία, οι θρεπτικοί καρποί της, μοναδικό βάλσαμο για την εξαντλητική και ολοήμερη δουλειά κάτω από τις καυτές ακτίνες του ήλιου, μα και στέρεο αποκούμπι για τις ανάγκες της ζωής.

Θα θυμάμαι πάντα την εικόνα των γονιών μου, κάτω από τον καυτό ήλιο, με την τσάπα στο χέρι, λουσμένους στον ιδρώτα, με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο για το αβέβαιο αποτέλεσμα, μα και το χαμόγελο πάντα χαραγμένο στα χείλη, αποτέλεσμα μιας θαυμαστής συντροφικότητας και μιας δημιουργικής ταύτισης με την φύση και τις ιδιοτροπίες της.

Το ήθελα πάντα, να τους πω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» για τις ανέμελες παιδικές στιγμές που χάρηκα κοντά τους, μέσα στους ολόγιομους από καρπούς μπαξέδες, πλατσουρίζοντας μέσα στο νερό το τρεχούμενο, όπως ξεχείλιζε μέσα από τα φρεσκοτσαπισμένα «καρίκια», με μια κατακόκκινη ντομάτα στο χέρι, κομμένη στη στιγμή από την ρίζα και ένα τζίτζικα να μην κουράζεται να εναρμονίζεται με τους δικούς μου σκοπούς, σε πείσμα της κουφόβρασης, της βροχής και του αγέρα. Και το ‘χα ταμένο να το πράξω μέσα από τις στήλες της «βοϊράνης», όσο ακόμη ο αθεράπευτα ρομαντικός μπαχτσεβάνης, πατέρας μου, έβλεπε το φως του ήλιου, πλάι στα «γιαστίκια» του, που δεν έλεγε ποτέ να τα παρατήσει, παρά τα ογδόντα παρά κάτι χρόνια του. Δεν λέει να μου φύγει απ’ του νου, ότι έσβησε πριν από ένα χρόνο, όταν ένιωσε ότι δεν θα μπορούσε πλέον άλλο να δημιουργεί, μέσα στα αγαπημένα του φυτώρια, όταν υποψιάστηκε πως δεν θα ήταν άλλο μπαχτσεβάνης, έστω και με αυτόν τον τρόπο.

Θαρρώ, πως αυτή είναι λίγο πολύ η μοίρα όλων των μπαχτσεβάνηδων, όταν ο αδυσώπητος χρόνος τους καλεί να αφήσουν τον μεγάλο τους έρωτα. Έτσι έσβησε κι έφυγε από κοντά μας, πριν από λίγο καιρό, και ένας άλλος από τους παλιούς μπαχτσεβάνηδες, ο Στάθης ο Χατζόπουλος, με τον οποίο μίλησα πολύ πριν από αυτό το αφιέρωμα, αλλά που σήμερα δεν ζει πλέον για να το διαβάσει.

Δυστυχώς δεν τα κατάφερα να αποτυπώσω γραπτά αυτό το αφιέρωμα, όσο ζούσε ο πατέρας μου, παρ’ ότι πιστεύω ότι από μέσα του το ήθελε και ο ίδιος, δίχως όμως ποτέ να μου το ζητήσει. Δεν αξιώθηκα επίσης να το πράξω και μέσα στον ένα χρόνο από τον θάνατό του, παρ’ ότι με απασχολούσε βασανιστικά όλο αυτό το διάστημα.

Το κάνω τώρα, ακριβώς ένα χρόνο από τότε που έφυγε από κοντά μας, σαν μνημόσυνό μα και σαν οφειλόμενο φόρο τιμής τόσο στον ίδιο και στον Στάθη Χατζόπουλο όσο και στους εναπομείναντες τελευταίους μπαχτσεβάνηδες της «ιστορικής» θα έλεγα φουρνιάς, δηλαδή τον Άγγελο Τερζή και τον Αθανάσιο Τρουτπεγλή.

Τους βρήκα όλους μια κρύα νύχτα του περασμένου χειμώνα λίγο μετά το αιώνιο ταξίδι του Κυριαζή Κηπουρού, συντετριμμένους που ο συνάδελφος και φίλος μιας ολόκληρης ζωής, τους αποχαιρέτησε για πάντα και τους άφησε μόνους.

Μνήμες μιας ολάκερης ζωής, ξαναζωντάνεψαν, άλλοτε με δάκρυα στα μάτια και άλλοτε με σπαρταριστά χωρατά. Εξάλλου κάπως έτσι γράφτηκε και το σενάριο της ζωής τους, που λίγο πολύ ήταν ίδιο για όλους.

Σκληρή δουλειά με τα χώματα, αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα, ικανοποίηση για την καλή σοδειά, μα πάνω απ’ όλα καλή καρδιά, φιλία και αλληλεγγύη μεταξύ τους, η οποία έβρισκε την τέλεια έκφρασή της, κάτω από ένα αυτοσχέδιο «τσαρδάκι», με ένα ποτήρι ρακί στο χέρι, με ατελείωτα «μασάλια», με αθώα αλλά τσουχτερά πειράγματα, μα και με πολύ τραγούδι και χορό.

Ο γηραιότερος της παρέας, ο Άγγελος Τερζής, γνωστός περισσότερο και ως «Αγγελάκης» είναι ο πιο απολαυστικός, καθώς παρά την μεγάλη ηλικία του ( 81 ετών, το 2000) διαθέτει μια εντυπωσιακή πνευματική διαύγεια και μια αξιοθαύμαστη μνήμη, ιδιότητες που συνδυασμένες με το φυσικό χάρισμα του πηγαίου χιούμορ που διαθέτει, αναδεικνύουν ένα σπάνιο συνομιλητή που δεν χορταίνεις να ακούς.

Γεννιώτης και ο ίδιος, προέρχεται από οικογένεια μπαχτσεβάνηδων, επάγγελμα που άσκησε από μικρός για όλη του τη ζωή και που συνεχίζει να ασκεί μέχρι σήμερα. «Μπαχτσεβάνος ο παππούς μου, μπαχτσεβάνος ο πατέρας μου, το ίδιο και ο αδελφός μου Ηλίας που πέθανε πριν από είκοσι περίπου χρόνια, μπαχτσεβάνος και ‘γω ολο-καλός». «Όταν τελείωσα το δημοτικό, μας λέει, με ρώτησε η μητέρα μου τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Και γω εντελώς φυσικά της είπα: 'Θέλω να βλέπω πράσινο, να ρουφάω καθαρό αέρα και να ακούω τα πουλιά να κελαϊδούν'».

Αυτή ήταν η επιλογή ζωής του Αγγελάκη, αυτή ακολούθησε, αυτή αγάπησε. Αγάπησε όμως πολύ και το κρασί, όπως όλοι οι γνήσιοι μπαχτσεβάνηδες. Γιατί, όπως λέει, σε μια τέτοια σκληρή δουλειά κοντά στη φύση το κρασί είναι ένας ευπρόσδεκτος φίλος που σε ξεκουράζει και σαν μαγεμένο κάνει το μυαλό να φτερουγίζει. Θα μείνουν ιστορικά εκείνα τα υπέροχα «μπαϊράμια» που κρατούσαν 10 και 15 ημέρες, τότε που πιασμένοι χέρι-χέρι με τον κολλητό του και κουμπάρο του Κυριαζή, ταξίδευαν ποιος ξέρει πως, σε κόσμους μακρινούς έξω από την πεζή καθημερινότητα. Ίσως αυτό να ήταν και μια διέξοδος στην αδυναμία τους να την αντιμετωπίσουν διαφορετικά, ίσως να ήταν και μια συνειδητή πρόταση μιας άλλης αφτιασίδωτης ζωής, όπως αυτοί στα μύχια όνειρά τους είχαν χτίσει.

Όπως και να ‘χε όμως το πράγμα, όταν ήταν «αΐκηδες» ήταν δουλευταράδες, «ταμαχτιάρηδες» και νοικοκυραίοι. Κι αυτό τους το αναγνώριζαν όλοι στο χωριό και αυτό τους έδινε δύναμη να πηγαίνουν μπροστά και να προκόβουν.

Ίδια λίγο πολύ ήταν και η ζωή και των άλλων μπαχτσεβάνηδων της παρέας, του Στάθη Χατζόπουλου και του Θανάση Τρουτπεγλή. Μπαχτσεβάνηδες κι αυτοί από καταγωγή, ανάλωσαν όλη τους τη ζωή στην καλλιέργεια της γης, στις αγαπημένες τους ντομάτες, τα πιπέρια, τις μελιτζάνες, τα σκόρδα, τα κρεμμύδια και ό,τι άλλο γνωστό ζαρζαβατικό.

Ο Στάθης ο Χατζόπουλος, γνωστός περισσότερο ως «Σταθάκης», με καταγωγή από την Σαρακίνα της Ανατολικής Θράκης, από μικρός εκδήλωνε την αγάπη του για την καλλιέργεια της γης μα και τα άλογα. Ο πατέρας του ήταν καροποιός, μα ο ίδιος διάλεξε το επάγγελμα του πεθερού του, του Θόδωρου Κυριαζή, γνωστού επίσης μπαχτσεβάνου.

Κάποια περίοδο οι τρεις φίλοι, (Κυριαζής, Αγγελάκης και Σταθάκης) ευτύχησαν να καλλιεργούν τους μπαξέδες τους πλάι-πλάι, στα χωράφια του Δημοτικού Σχολείου. Ήταν ίσως η καλύτερη περίοδος της ζωής τους γι’ αυτούς, γιατί και οι συνθήκες καλυτέρεψαν κατά πολύ, αφού πλέον είχαν γεωτρήσεις και σύγχρονα μέσα καλλιέργειας, αλλά και η καθημερινή επαφή τους, άμβλυνε τις στιγμές της σκληρής εργασίας, διανθίζοντάς τες με τα ατέλειωτα «μασάλια» και τα σπαρταριστά πειράγματά τους.

Αυτές τις μαγευτικές στιγμές, κάθε τόσο και αναπολούσαν οι τρεις της παρέας, όπου τα κατά τον Αγγελάκη, «σασίκικα» του Στάθη, έδιναν τροφή σε όλους για καυστικά αλληλοπειράγματα, για καίριες κοινωνιολογικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις και αναλύσεις, αλλά και για σκληρή αυτοκριτική, με έντονες δόσεις αυτοσαρκασμού.

Όσο η κουβέντα προχωρούσε, τόσο οι μνήμες ζωντάνευαν, προσπαθώντας απεγνωσμένα να πάρουν σειρά, λες και μια αόρατη φωνή τους έλεγε ότι ίσως να μη τους δοθεί ξανά μια τέτοια ευκαιρία, να βρεθούν δηλαδή όλοι μαζί οι εναπομείναντες μπαχτσεβάνοι και να καταθέτουν μαζί με τις μνήμες τους και την ψυχή τους, ιερή παρακαταθήκη στους απογόνους τους, που ίσως να μην έζησαν ή και να θυμούνται εντελώς ξεθωριασμένα μπαχτσεβανικά πλάνα, τα οποία όμως σ’ ένα σημαντικό βαθμό διαμόρφωσαν και την δική τους προσωπικότητα.

Σιωπηλός την περισσότερη ώρα και με σεβασμό άκουγε τους άλλους δύο ο τρίτος της παρέας, ο Αθανάσιος Τρουτπεγλής, γνωστός περισσότερο ως «Θανασάκης», ο οποίος είναι και ο νεότερος.

Καταγόμενος κι αυτός από την ξακουστή Γέννα, έζησε από μικρός, πλάι στον πασίγνωστο για τις τραγουδιστικές επιδόσεις του μπάρμπα-Κοσμά, όλα τα μυστικά του επαγγέλματος και από μικρός αφιερώθηκε σ’ αυτό για όλη του τη ζωή. Έχοντας μια θαυμαστή μυϊκή δύναμη, μεταμόρφωσε κυριολεχτικά με τα χέρια του τον άγονο κλήρο του και τον έκανε επίγειο παράδεισο, όπου κάθε λογής ζαρζαβατικό αφήνει μέχρι και σήμερα την έντονη μυρωδιά του. Και έχοντας ακόμη το χάρισμα του καλλίφωνου, που το κληρονόμησε από τον πατέρα του, παρέσυρε σ’ αυτόν τον παράδεισο και όλα τα γλυκόφωνα πουλιά του κάμπου, που πάντα αποτελούσαν τη μεγάλη του αγάπη, συνθέτοντας έτσι μια σπάνια εικόνα φυτών, ζώων και ανθρώπων, που μπορούν ακόμη και σήμερα να συνυπάρχουν σε πείσμα της άναυδης (χωρίς φωνή) εικόνας της σύγχρονης θλιβερής πραγματικότητας.

Αυτός λοιπόν ο γίγαντας με την παιδική καρδιά, όπως τον αποκαλούν στο χωριό, με το μόνιμα χαραγμένο στα χείλη του χαμόγελο, θα είναι κατά πως φαίνεται και ο τελευταίος της τελευταίας ιστορικής γενιάς των παραδοσιακών μπαχτσεβάνηδων του χωριού μας.

Μιας γενιάς που έζησε κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, μέσα σε πολέμους, κατοχές και στερήσεις και που παρά ταύτα άντεξε, αγωνίστηκε και δημιούργησε. Κυρίως όμως προσέφερε φυσική και υγιεινή τροφή σε χιλιάδες χιλιάδων στόματα, σε πλούσιους και φτωχούς, γεγονός που από μόνο του δίνει ξεχωριστή διάσταση στην ζωή τους, αφού όλοι μπορούν να κατανοήσουν εύκολα, ότι χωρίς την δική τους παρουσία και προσφορά, θα εξέλιπε η πρώτη ύλη για την οποιαδήποτε μορφής δραστηριότητα.

Αυτά κι αυτά λέγαμε εκείνη την κρύα βραδιά του περασμένου Γενάρη στο μικρό και φιλόξενο σαλόνι της κυρά Φανής, στο σπίτι του «Αγγελάκη», κρατώντας όλοι και τσουγκρίζοντας το ποτηράκι μας με το αξεπέραστο σπιτικό ποτό της, όταν αντιλήφθηκα σε μια φευγαλέα μου ματιά, ότι ένα δάκρυ σιγοκύλησε από τα μάτια του αναρχικού της παρέας, του «Σταθάκη». Τότε δεν το έδωσα και τόση σημασία. Όταν όμως μετά από λίγες μέρες έφυγε κι αυτός για πάντα από κοντά μας, στο ταξίδι που δεν έχει γυρισμό, σκέφτηκα ότι ίσως και να είχε το προαίσθημα ότι δεν θα προλάβαινε να διαβάσει τούτες τις αράδες που γράφτηκαν και γι’ αυτόν.

Ποιος ξέρει όμως. Ίσως εκεί που πήγε, να βρήκε τον φίλο του τον Κυριαζή και να τα διαβάζουν μαζί, ευτυχισμένοι διαπιστώνουν ότι οι του κάτω κόσμου δεν τους ξεχνούν ακόμη.

Θα θελα μόνο να τους ζητήσω να με συγχωρέσουν που άργησα τόσο...

Βλέπετε τα παιδιά, δεν δίνουν πάντα στους γονείς τους αυτό που πρέπει, στον χρόνο που πρέπει.

Πιο τυχεροί οι μπαχτσεβάνηδες που θα προλάβουν να κρατήσουν στα χέρια τους το φύλλο αυτό της «Βοϊράνης» για να εισπράξουν από πρώτο χέρι την αίσθηση ότι τους θυμόμαστε και τους τιμούμε, όπως βέβαια τιμούμε κι όλους τους συγχωριανούς μας όποιο επάγγελμα κι αν άσκησαν, γιατί με την σκληρή τους εργασία και τον μόχθο τους κατάφεραν να βάλουν τα θεμέλια και να χτίσουν με ασφάλεια τον κόσμο που μας εμπιστεύτηκαν.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Δείτε επίσης

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 15 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή