μενού

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 48, έτος 1999

Είναι γνωστό ότι ένας μεγάλος αριθμός συγχωριανών μας εγκαταστάθηκε στο χωριό προερχόμενος από το Μικρό και το Μεγάλο Μπογιαλίκι της Ανατολικής Ρωμυλίας. Οι άνθρωποι αυτοί, μαζί με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, έφεραν και τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους, μερικές από τις οποίες μεταλαμπάδευσαν στους απογόνους τους. Μεταξύ των πιο όμορφων παραδόσεων ήταν και τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα που στο Μπογιαλίκι είχαν μια ξεχωριστή ομορφιά αλλά και μέγεθος, αφού ήταν μια ακολουθία καλάντων, που άρχιζαν πριν την είσοδο στο σπίτι και συνεχίζονταν με την είσοδο σ' αυτό, την παραμονή τους και την αποχώρησή τους.

Τα κάλαντα αυτά δεν είναι βέβαιο ότι έχουν καταγραφεί επίσημα και έχουν δει το φως της δημοσιότητας, άλλη φορά. Μια σοβαρή προσπάθεια καταγραφή τους έγινε από τον χοροδιδάσκαλο του Πολιτιστικού Συλλόγου Γιώργο Καλαβρινό, μέσω γυναικών από το Βαφειοχώρι Κιλκίς, που κατάγονται από το Μπογιαλίκι και του συγχωριανού μας Δηλγεράκη Λαζάρου που επίσης κατάγεται από το ίδιο μέρος.

Η Βοϊράνη, με μεγάλη χαρά τα δημοσιεύει, με την πεποίθηση ότι συμβάλλει στην διάσωση και διατήρηση μιας παράδοσης που χάνεται στο πέρασμα του χρόνου.


Η καταγραφή έγινε το 1997 από τον χοροδιδάσκαλο του Συλλόγου Γιώργο Καλαβρινό με πληροφορίες από τους Μπογιαλικιώτες παππούδες Δημήτρη Μηνάκη και Λάζαρο Δραγουδάκη, που ήταν και δραγουμάνος.
Ηχογραφήθηκαν ζωντανά στις 27 Δεκεμβρίου 2007, στην αίθουσα ΚΑΠΗ του Αγίου Αθανασίου. Τραγούδησαν μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου και έπαιξαν οι μουσικοί (pending) υπό την επιμέλεια και τη διδασκαλία του Γιώργου Καλαβρινού.


Σήκου, σήκου συ αφέντη μ'

(λεγόταν κατά την είσοδο στην αυλή του σπιτιού)

Σήκου σήκου συ αφέντη μ'
κι αν κοιμάσι σήκου κάτσι
κι αν κοιμάσαι σήκου κάτσι
κι αν κάθισι σήκου κι αν'ξι.

Κι αν κάθισι σήκου κι αν'ξι
γιατ' αρχόντουν τα παλ'κάρια
γιατ' αρχόντουν τα παλ' κάρια
να σουν πούναν τα τραγούδια.

Να σου πούναν τα τραγούδια
πως γινιέταν νιος Χριστός μας,
πώς γινιέταν νιος Χριστός μας
κι η κυρά μας Παναγιά μας,
κι η κυρά μας Παναγιά μας
τα 'μουρφά μας παλικάρια!

Χριστός δω μέσα

(λεγόταν με το άνοιγμα της πόρτας από τον νοικοκύρη και κατά την είσοδο στο σπίτι)

[Χριστός απ' έδου, κι 'σεις απ' έκει
Χριστός δω μέσα, Χριστός δω μέσα.
Χριστός δω μέσα, Χριστός δω μέσα
κι η Παναγιά μας, κι η Παναγιά μας. ] από το βίντεο

Χριστός δω μέσα, Χριστός δω μέσα
κι η Παναγιά μας κι η Παναγιά μας
Κι η Παναγιά μας ξιλιυθιρώνει
στις δάφνις πέφτει, στις δάφνις πέφτει
Χριστόν κάμπει, Χριστόν κάμπει,
σαν ήλιους λάμπει, σαν ήλιους λάμπει
σαν νιο φιγγάρι κι ου φέγγους φέγγει
στουν νοικοκύρη, κι ου νοικοκύρης
μι τα πιδιά του, μι τα πιδιά του, μι της γινιά του.

Χριστούγιννα προυτούγιννα

(λεγόταν κατά την παραμονή των καλαντιστών μέσα στο σπίτι)

Χριστούγιννα προυτούγιννα, πρώτη γιορτή του χρόνου
'ποψα Χριστός γιννίθικι κι κόσμους δεν του νιώθει.
Κι κόσμους κι τα κλούμπινα κι οι –ι- βασιλιάς αϊτός σου
τα δυο βαγγέλια λειτουργούν κι ουλ' Αϊπουστόλοι ψέλνουν.

Βρε ψέλνοντας, διαβάζουντας, Χριστός ου δέντρους να' ταν
ου δέντρους ήταν ου Χριστός, τα κλων' τα δυο βαγγέλια.
Κι τ' αργυρουφυλίτσιν του, να' ταν οι προυφητάδις
προυφήτιναν ουλ' κι έλιγουν, για του Χριστού τα πάθη.
Χριστέ μ' Χριστέ μ' ν' αλήθεια 'ναι, Χριστέ μου Σταυρουμένι
σι σταύρουναν σι παν' γυρνάν, να παν να σι σκυντζέψουν.
Κι όσις σκυντιές, τρανές σκυτζιές, ούλις τις καταδέχκις
μον' μια σκυντζιά, τρανή σκυντζιά, κειν' δεν την καταδέχκις.
Τουν Χάλκου τουν παρήγγειλαν, να κοψ' τρία πιρούνια
κι αυτός ου τρισκατάριτους, βαρεί κι κόβει πέντι.
Τα δυο βάζει στα χέρια του κι τ' άλλα δυο στα πόδια
του πέμπτου του φαρμακιρό, αγνάντια στην καρδιά του.
Να στάξει αίμα κι χουλή, για την αληθίουσυν' μας
κι έτσ' έτριχι του αίμα του σα σιγανό πουτάμι.
Κι Παναγία του σφουγγίζι, μ' ένα χρυσό μαντήλι
βουλιές βουλιές του σφουγγίζι, βουλιές μοιριουλουϊγούσι.
Κρίμα τουν γιόκα μ' τουν καλόν, τουν γιόκα μ' τουν λιβέντη
ν-απού ήταν όλους μάλαμα, τ' αστήθι τ' ασημένιου.
Να που' χιν του χρυσόστουμου, τη ζαχαρένια γλώσσα
Χριστός μας αναστήθικιν κι πάει ψηλά στα ουράνια.
Κι απόψι θέλ' να κατιβεί, στης ικκλησιάς την πόρτα
να ρίξει δρόσου να διαβεί, διξιά που τ' Αγιου Βήμα.
Να στρώσ' του στρουματίτσιν του, να κατσ' να δικιουκρίνει
να δικιουκρίν' τ'ς αμαρτουλοί κι ούλις τις κουλασμένοι.
Κι όποιους τ' ακούει να χαίριτι κι όποιους του μαθ' ν' αγιάσει
κι όποιους του καλουφιγραστεί, παράδεισου κιρδίζει.
Παράδεισου κι λειτουργιές για τ' άγια μαναστήρια
να ρίξει λάδι κι κιρί για τη Χριστιανοσύν' μας.

(Με το τέλος του κάλαντου γινόταν η παρακάτω ευχή από τον επικεφαλής της ομάδας των καλαντιστών)

Ευχή
Ιδώ 'που τουν αφέντη μας ντ' κυρά
να τιμισ' ου Θιος του ψουμι του
φλουρί τ' άσπρου του λι.
Του φλουρί διν'ς, παίρν'ς τρία στου πλιμάτ.
Πάντου να έχ' φέντ'ς, κι να διν'
κι να παίρν', κι καρδιά να μην τουν πουνί.
Πέστι παλικάρια που χρόνι αμήν
Αμήν!

Χριστός γινιέτι χαρά στουν κόσμου

(Αυτό το κάλαντο ήταν το τελευταίο μέσα στο σπίτι και μ' αυτό αποχωρούσαν)

Χριστός γινιέτι χαρά στουν κόσμου
χαρά στουν κόσμου, στουν κόσμουν όλουν.
Στουν κόσμουν όλουν, στα παλικάρια
στα παλικάρια κι στους αγγέλους
κι τ'ς Αί 'πουστόλους κι τ'ς Αϊ 'πουστόλους.
[Ακούτ' αγγέλοι μ', ακούτ' αγγέλοι μ'
Κι σεις Πουστόλοι μ', κι σεις Πουστόλοι μ'.
Βουηθήσατέ μας, βουηθήσατέ μας
Αυτήν την ώρα, αυτήν την ώρα.
Τη βλουημένη, τη βλουημένη
Τη δουξασμένη, τη δουξασμένη.
Κι οσού ν΄ανέβουν, κι οσού ν' ανέβουνι
οι αγγέλοι κι να κατέβουν
οι Αϊπουστόλοι οι Αϊπουστόλοι
κι η Παναγιά μας, κι η Παναγιά μας,
ξιλιυθιρώνει, ξιλιυθιρώνει
στις δάφνις πέφτει, στις δάφνις πέφτει.]

Οι πάντις ώρις, οι πάντις ώρις
αυτές τις λίτσις, αυτές τις λίτσις
κι η Παναγιά μας, κι η Παναγιά μας
ξιλιυθιρώνει, ξιλιυθιρώνει
στις δάφνις πέφτει, στις δάφνις πέφτει
Χριστόν ικάμπει, Χριστόν ικάμπει
σαν ήλιους λάμπει, σαν ήλιους λάμπει
σα νιο φιγγάρι κι ου φέγγους φέγγει στου νοικουκύρι.
Κι ου νοικουκύρης μι τα πιδιά του
μι τα πιδιά του μι τη γινιά του.

Χίλια είνιν καλά ινα σας αϊ ν' ιβραμι κι τώρα κι του χρόνου

Εβγάτι, διέτι, μάθητι

(μάλλον λεγόταν κατά την έξοδο από το σπίτι και στη διαδρομή για το επόμενο)

Εβγάτι, διέτι, μάθητι
τώρα Χριστός γιννιέτι
γιννιέτι κι αναθρέβιτι
στου μέλι κι στου γάλα.

Του μελ' του τρων η αρχουντιά
του γάλα οι αφιντάδις!
κι του μιλισσουβότανου
του λούοντ' οι κυράδις.
[κι τα κηρουσταλάσματα
σ' ούλα τα μαναστήρια]
Σ' αυτό του σπίτι που 'ρθαμι
πέτρα να μη ραΐσει
κι ου νοικουκύρης του σπιτιού
χρόνους πολλούς να ζήσει.

[Καλά να πάει καλά να έρθ'
καλά να λυγιρνίσει
να φέρει τ' άσπρου τ' άλογου
καθάρια πιταλωμένου.
Να φέρει κι τουν μαύρου του
μι τη χρυσή τη σέλλα.
κι όσα πουλάκια κι αν πετούν
στη σέλλα του γραμμένα.
Κι κάτου στις ριζίτσις του
λιβάδια κι πηγάδια
κι πάνου στις κουρφούλες του
τρεις Φραγκοπούλις παίζουν.
Η μια παίζει μι του γυαλί
η άλλη μι του πουτήρι
η τρίτηρι η καλύτιρι,
καθάρια κούπα παίζει.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Δείτε επίσης

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 53 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή