μενού

Οι προπολεμικοί μουσικοί του χωριού μας

του Κώστα Κυριαζή - Κηπουρού

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 29 (έτος 1996)


Καθισμένοι στην άκρη της κεντρικής πλατείας του χωριού, γνωστοί μου συγχωριανοί απολάμβαναν ένα απρόσμενο αυγουστιάτικο αεράκι και συζητούσαν με θέρμη, όπως αυτοί ξέρουν, για τα μικρά και τα μεγάλα, έχοντας και μια λύση για το καθένα.

Η ζωντάνια της παρέας, η σύνθεσή της, αλλά κυρίως η συσσωρευμένη γνώση και σοφία των μελών της, αποτυπωμένη στα ρυτιδιασμένα πρόσωπά τους, σημάδι των χρόνων που κουβαλούσαν στην πλάτη τους, με οδήγησε αβίαστα κοντά της, για να δρέψω τον καρπό της γνώσης τους στο πρόβλημα που με απασχολούσε εδώ και καιρό.

Είχε άραγε το χωριό μας στα παλιά χρόνια ικανούς και ξακουστούς μουσικούς, οργανοπαίχτες και τραγουδιστές που εξέφραζαν με το δικό τους μοναδικό τρόπο, τα βάσανα και τους καημούς, τις χαρές και τα ξεφαντώματα, τους πόθους και τα όνειρα των συγχωριανών μας;

Πώς άραγε ξεχείλιζε στους δρόμους και στις πλατείες, στα σπίτια και στα μαγαζιά, η έμφυτη και μόνιμη ανάγκη του ανθρώπου για έκφραση με μουσική και τραγούδι;

Και ποιοι ήταν άραγε αυτοί που έδιναν αυτόν τον ξεχωριστό τόνο σε κείνα τα δύσκολα χρόνια;

Ήταν αυτοδίδακτοι ή σπουδαγμένοι, συμμετείχαν σε κομπανίες ή ήταν μόνοι, τι όργανα έπαιζαν, ποια τραγούδια τραγουδούσαν, ποιους χορούς καλά κρατούσαν;

Απλά ερωτήματα που αποπνέουν όμως μια βασανιστική αναζήτηση, ίσως και τύψεις. γιατί οι περισσότεροι απ' αυτούς που στόλισαν με τη μουσική και τα τραγούδια τους, τις μέρες και τα έργα των συγχωριανών, δεν είναι πια στη ζωή και η προσφορά τους, όσο εμείς οι νεότεροι δεν αποπειραθούμε να την καταγράψουμε, ίσως σβήσει με την απουσία τους.

Στο κάτω - κάτω εμείς που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σ' αυτό το μικρό κομμάτι γης, που από αφηγήσεις μάθαμε πως κτίστηκε, από κυνηγημένους πρόσφυγες, λιθαράκι - λιθαράκι, έχουμε χρέος απέναντι τους, να κρατήσουμε άσβεστη τη μνήμη όλων, μα πιο πολύ αυτών που ήταν κάτι το ξεχωριστό, όπως ήταν και θα είναι πάντα οι μουσικοί.


Στο χωριό μας λοιπόν, πριν ακόμη αρχίσουν να εγκαθίστανται τα κύματα των προσφύγων από την Ανατολική και Βόρεια Θράκη, τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, πριν δηλαδή τη Μικρασιατική καταστροφή του '22 ζούσαν, εκτός από τους Τούρκους που ήταν πλειοψηφία, και αρκετοί Έλληνες Ηπειρώτικης καταγωγής, αλλά και άλλοι προερχόμενοι από την Ανατολική Ρωμυλία, κυρίως από το Μπογιαλίκι, που ήλθαν εδώ ζητώντας καταφύγιο κυνηγημένοι από τις άγριες διώξεις των Βουλγάρων.

Έτσι, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (1914 - 1918) και τη δεύτερη βουλγαρική κατοχή της περιοχής μας (1916 - 1918) εγκαθίστανται σ' αυτό, μεταξύ των άλλων, μαζί με τις οικογένειές τους ο Ιωάννης Παπαδόπουλος, γνωστός ως Λυτάκης, και ο Ιορδάνης Δαλακούδης, καταγόμενοι από το Μπογιαλίκι της Βόρειας Θράκης.

 

Ιωάννης Παπαδόπουλος, "Λυτάκης"

Και οι δύο που γεννήθηκαν στις αρχές του αιώνα και έχουν αποβιώσει από χρόνια, ήταν αυτοδίδακτοι μουσικοί και έπαιζαν με μοναδικό τρόπο αρμόνικα, το κλασικό όργανο της πατρίδας τους.

Ο Χρήστος Λυτάκης, γιος του Γιάννη, μέλος κι αυτός της παρέας των συγχωριανών, που με ξεχωριστό μεράκι ανασκαλεύουν την μνήμη τους και μου αφηγούνται εκπληκτικά πράγματα, θυμάται ότι ο πατέρας του μαζί με τον Δαλακούδη, ξεσήκωνε το χωριό από τις πρώτες μέρες που πάτησαν το πόδι τους σ' αυτό, παίζοντας κυρίως στην κεντρική πλατεία, παραδοσιακούς θρακιώτικους σκοπούς από τις πατρίδες τους της Βόρειας Θράκης (Ανατολική Ρωμυλία).

Τότε, για πρώτη φορά, αντήχησαν στα μέρη μας οι ολόδροσοι Θρακιώτικοι χοροί, οι περίφημες παϊντούσκες, οι συρτοί συγκαθιστοί (είναι πλέον γνωστός σ' όλη την Ελλάδα ο συγκαθιστός που χόρευαν οι πρόσφυγες συγχωριανοί μας και χαρακτηρίζεται ως «συγκαθιστός Αγίου Αθανασίου»).

Στα δύσκολα εκείνα χρόνια ήχησε επίσης για πρώτη φορά στην πλατεία του χωριού η ποντιακή λύρα του επίσης αυτοδίδακτου Παναγιώτη Νικοπολίδη, που ήταν γνωστός σε όλους ως ο «Πάνον ο Κεμεντζετζής».

Τότε, έδεσαν σε μια αρμονική συνύπαρξη οι νοσταλγικοί ήχοι της λύρας με τους χαρούμενους ήχους της αρμόνικας, δίνοντας και το μήνυμα για την συνύπαρξη των προσφύγων για μια. δημιουργική πορεία.

Δεν πρόκειται ποτέ να σβήσουν από την μνήμη των παλαιοτέρων τα ολοήμερα γλέντια στην πλατεία, όπου Πόντιοι και Θρακιώτες, όλο το χωριό, χόρευαν και τραγουδούσαν, υμνώντας έτσι με το δικό τους τρόπο τις αλησμόνητες πατρίδες τους.

Οι μουσικοί όμως που μεσουράνησαν για μεγάλο διάστημα και δρόσιζαν με το κέφι τους τις βασανισμένες ψυχές των πρώτων κατοίκων του χωριού, (αυτοδίδακτοι κι αυτοί και ήδη μακριά από τον κόσμο μας) ήταν ο Λάζαρος Σισμανίδης (1894-1953), πρόσφυγας από το Αλάτσαμ του Πόντου και ο Ηλίας Τσακάλογλου πρόσφυγας από την Προύσα της Μικράς Ασίας, γεννημένοι επίσης στις αρχές του αιώνα.

skk058 

Ηλίας Τσακάλογου

Με το παραδοσιακό βιολί του ο πρώτος και το μαγικό του ούτι ο δεύτερος, έφτιαξαν ένα μοναδικό δίδυμο, που έδινε ζωή για πολλά χρόνια σε γόμους, σε γλέντια, σε. χορούς και πανηγύρια. Οι παλαιότεροι της παρέας αναπολούν με νοσταλγία τους γλυκύτατους ήχους των δύο αυτών παραδοσιακών οργανοπαιχτών, που έπαιζαν και τραγουδούσαν με μοναδικό τρόπο, μικρασιάτικους σκοπούς, καρσιλαμάδες και τσιφτετέλια, κυρίως όμως τούρκικους αμανέδες.

Στις ατέλειωτες και ψυχρές νύχτες της προπολεμικής αλλά και μεταπολεμικής Ελλάδας, η μουσική και το τραγούδι τους ήταν το βάλσαμο για τον πόνο, την αγωνία και το παράπονο του βασανισμένου Έλληνα της προσφυγιάς.

Η μουσική τους ήταν αυτή που παρέα μ' ένα ποτήρι ρακί τους οδηγούσε νοερά στις χαμένες πατρίδες, σε αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν, σε ένα μεγάλο έρωτα...

«Στα πυρωμένα σύρματα
Τα χελιδόνια κάθονται
μα όποιος αγαπήσει καίγεται...»

Ο μπάρμπα-Ηλίας και ο μπάρμπα-Λάζαρος έπαιζαν και τραγουδούσαν, αφήνοντας πίσω τους την εικόνα τους χαραγμένη στις θύμησες των συγχωριανών μας, που πέταξαν μαζί με τη μουσική και τα τραγούδια τους σε κόσμους μαγικούς, που μόνο η μουσική ξέρει να χτίζει και να συντηρεί. Ο Λάζαρος Σισμανίδης πέθανε νέος, (το 1953, από κεραυνό). Ο μπαρμπα-Ηλίας όμως πέθανε με το όργανο στο χέρι και το τραγούδι στα χείλη, πλήρης ημερών αφήνοντας πίσω του παιδιά και εγγόνια κυρίως όμως την γλυκύτητα της μουσικής του δημιουργίας.

Στη μνήμη των παλαιών συγχωριανών έρχεται και ο Νικόλαος Κίτσογλου, πρόσφυγας από το Αλάτσαμ (πέθανε προπολεμικά) που έπαιζε με κέφι και μεράκι το νταούλι, συνοδεύοντας τους άλλους μουσικούς στα γλέντια και στα πανηγύρια.

Δεν ξεχνιέται επίσης ένας σπουδαίος μουσικός που ήλθε στο χωριό μας το 1938 από την τότε Σοβιετική Ένωση, ο Χατζησωτηριάδης γνωστός σε όλους ως «Αλιόσα».

Ο Αλιόσα λοιπόν, με την αρμόνικά του έδωσε ξεχωριστή πνοή στο χωριό, συμμετέχοντας σε γάμους και γλέντια, όπου έπαιζε και τραγουδούσε.

Τέλος, γνωστός για το ταλέντο του ήταν ο επίσης αυτοδίδακτος Αλέκος Αποστολίδης, που ήλθε στο χωριό το 1938 και έπαιζε με μαεστρία παραδοσιακό βιολί, συμμετέχοντας σε όλες τις εκδηλώσεις.

Όλοι οι μουσικοί που αναφέρθηκαν, δεν ζουν πια. Αν η σύντομη αναφορά στη ζωή τους, μέσα από τις στήλες της Βοϊράνης συνετέλεσε στο να ξανα-ηχήσουν νοερά στα αυτιά των παλιότερων οι σκοποί και τα τραγούδια τους, αλλά και να τους γνωρίσουν οι νεότεροι, τότε γι' αυτούς, εκεί που είναι, τελέστηκε το καλύτερο μνημόσυνο.


 pending O Χατζησωτηριάδης γνωστός σε όλους ως «Αλιόσα» δεν υπάρχει στους Γενάρχες από τη Ρωσία. Είναι παράληψη???

Ούτε ο Νικόλαος Κίτσογλου υπάρχει???

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 14 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή