μενού

Οι καροποιοί του χωριού

Της Κωνσταντίνας Σκάρογλου του Σταύρου, μαθήτριας Γυμνασίου

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 31, έτος 1996

Ένα παραδοσιακό επάγγελμα που έσβησε μαζί με τους τελευταίους δημιουργούς του

Λίγο πριν από την ανατολή του 21ου αιώνα, σε μια εποχή που καταργήθηκαν οι αποστάσεις και η τεχνολογία επιβλήθηκε πλέον στη ζωή του ανθρώπου, το επάγγελμα του καροποιού φαντάζει πολύ παρωχημένο και βέβαια χωρίς καμία προοπτική.

Αν όμως γυρίζαμε μερικά χρόνια πίσω, την εποχή που τα αυτοκίνητα έλειπαν παντελώς ή ήταν ελάχιστα, τότε θα διαπιστώναμε ότι ο καροποιός για τους ανθρώπους και κυρίως για τους γεωργούς ήταν πολύ απαραίτητος.

Όλες οι μεταφορές ήταν φυσικό να γίνονται με το κάρο και έτσι το επάγγελμα του καροποιού ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρο και οι καροποιοί περιζήτητοι.

Το χωριό μας είχε την τύχη να βγάλει πολλούς τεχνίτες καροποιούς που το έκαναν ξακουστό σ' όλη την περιοχή.

Οι πρώτοι καροποιοί ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και κυρίως από την περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών.

Ρίζωσαν στο χωριό κουβαλώντας τα λιγοστά υπάρχοντά τους και την τέχνη τους, που την έμαθαν από τους πατεράδες και τους παππούδες τους.

Από την πρώτη στιγμή έστησαν με μεράκι στα μαγαζιά τους τα υποτυπώδη εργαλεία τους και επιδόθηκαν με ξεχωριστό ζήλο στο δημιουργικό τους έργο.

Οι καροποιοί αυτοί, που έβαλαν τις βάσεις της ανάπτυξης του επαγγέλματος τους, στο χωριό μας ήταν ο Σταμάτης Χατζησταμάτης, ο Θεοδόσης Σοφίτσης, ο Ευθύμιος Χατζόπουλος και ο Δημήτριος Καρυωτάκης.

Αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του '30 άνοιξε δικό του καροποιείο και ο Κυριάκος Σιδεράς που αναδείχθηκε σαν ο καλύτερος τεχνίτης του είδους. Κατά τη βουλγαρική κατοχή στο καροποιείο του κατασκευάζονταν και επισκευάζονταν τα κάρα με τα οποία διακινούνταν ο βουλγαρικός στρατός. Σ' αυτό το καροποιείο εργαζόταν κι ο παππούς μου ο Δημήτριος Σκάρογλου, που με τις δικές μου προτροπές ξαναφέρνει στη μνήμη του τα δύσκολα κατοχικά χρόνια και μου αφηγείται:

«Στην αρχή δεν παίρναμε καμία αμοιβή παρά μόνο μας απάλλασσαν από περιπόλους και αγγαρείες. Μάθαμε όμως την τέχνη του καροποιού, που την ασκήσαμε σ' όλη μας τη ζωή».

Μετά την κατοχή και κατά την επόμενη δεκαετία, το επάγγελμα βρίσκεται στη μεγαλύτερη άνθησή του.

Τότε άνοιξαν τα καροποιεία του Αναστασίου Καρυωτάκη, του Αλέκου Βατσάλη, του Μωϋσή Σοπιάδη, του Ιωάννη Κρυονερίτη, του Δημητρίου Σκάρογλου, του Σάββα Μαχαιρίδη, του Θωμά Τσολάκη, του Χαράλαμπου Σιδηρόπουλου, του Βασιλείου Χατζηλαζάρου, του Αναστασίου Σταματιάδη, του Γεωργίου Συμεωνίδη και του Γεωργίου Ζαχαριάδη.

 

Στο καροποιείο του Σταματιάδη

Για να μπορέσει κάποιος να ανοίξει καροποιείο, έπρεπε πιο μπροστά να εργαστεί 4 με 5 χρόνια σ' έναν έμπειρο τεχνίτη, και αφού μάθαινε πρώτα να κατασκευάζει, στη συνέχεια προχωρούσε και στην κατασκευή του κάρου.

Είναι χαρακτηριστικό τα λόγια του παππού μου: «Το επάγγελμα ήταν πολύ δύσκολο, αφού όλα γίνονταν με τα χέρια και με συνεχή ορθοστασία. Ωράριο δεν υπήρχε. Δουλεύαμε από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση του. Πολλές φορές δουλεύαμε και τη νύχτα, για να βγάλουμε το μεροκάματο».

 

Στο καροποιείο του Σκάρογλου

Εκείνη την εποχή (1947 - 1948) ένα κάρο κόστιζε 1200 με 1400 δρχ. Για την κατασκευή του έπρεπε ο καροποιός να έχει ξύλα (πλάκες) και σίδερα (βέργες) που τα αγόραζε από τους εμπόρους της Δράμας.

Η αρχή γινόταν από τα αξόνια και πάνω σ' αυτά τοποθετούσαν τα κοντάκια, τα ψαλίδια, τα γαστίκια και τις κλημιές, που ήταν από ξύλο οξιάς. Στη συνέχεια τα ξύλα τα έδεναν μεταξύ τους με σίδερα.

Ακολούθως κατασκεύαζαν τις ρόδες που ήταν από μεσέδες, και γύρω από τη ρόδα τοποθετούσαν το στεφάνι που ήταν από σίδερο. Τέλος έκαναν την κάσα από έλατο ή πεύκο. Η κατασκευή ενός κάρου κρατούσε δεκαπέντε ημέρες. Μετά ακολουθούσε η βαφή του, με περίτεχνα σχέδια και ποικιλία χρωμάτων από τεχνίτη μπογιατζή.

skk182 

Έτος 1954. Κι η σούστα στα χέρια του ζωγράφου Μπουρατζή έγινε κινητός ζωγραφικός πίνακα

Τα εργατικά χέρια σ' ένα καροποιείο ήταν συνήθως τρία. Ο μάστορας και οι δυο βοηθοί του τα γνωστά «τσιράκια». Ο τεχνίτης καθόταν στο καμίνι, το τσιράκι τραβούσε το φυσερό και ο κάλφας ήταν βαριολόγος, δηλ. χτυπούσε τα κοκκινισμένα σίδερα με τη βαριά.

Αργότερα μετά το 1955 όταν ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα, το έργο του καροποιού έγινε ευκολότερο. Παρά ταύτα όμως, με τον καιρό οι καροποιοί άρχισαν να λιγοστεύουν, γιατί από την μια οι ανάγκες άρχισαν να μειώνονται και από την άλλη προσαρμόζονταν στα καινούρια δεδομένα.

Έτσι πολλοί απ' αυτούς άρχισαν να κατασκευάζουν μεταλλικά κουφώματα ή άροτρα για τρακτέρ. Αυτοί που συνέχιζαν το παραδοσιακό επάγγελμα ήταν ο Κυριάκος Σιδεράς, ο Δημήτριος Σκάρογλου, ο Δημήτριος Χατζηλαζάρου και ο Ιωάννης Κρυονερίτης ο οποίος ήταν και ο τελευταίος καροποιός του χωριού που το έκλεισε το 1985.

Στη ζωή σήμερα βρίσκονται οι τρεις τελευταίοι αλλά τη σπουδαία τέχνη τους δεν την γνωρίζει πλέον κανείς, γιατί οι άνθρωποι προτιμούν να κινούνται με αυτοκίνητα και τα κάρα κατέληξαν να είναι μουσειακά αντικείμενα.

Όσα κάρα όμως διασώθηκαν αποτελούν τον καλύτερο μάρτυρα για τις τεχνικές ικανότητες και το μεράκι των δημιουργών τους.

Πάνω σ' αυτά οι τεχνίτες καροποιοί του χωριού μας αποτύπωσαν ανεξίτηλα και με μοναδικό τρόπο τη σφραγίδα, το μόχθο και την τέχνη τους.


Ας ελπίσουμε σήμερα που η επιβολή του αυτοκινήτου αυτοματοποίησε τους ρυθμούς της ζωής μας και αποξένωσε τους ανθρώπους μεταξύ τους, τα τελευταία δημιουργήματα των παραδοσιακών καροποιών που τυχαίνει να έχουν διασωθεί, να αποτελούν την καλύτερη αναγνώριση της συμβολής τους στο χτίσιμο του χωριού μας και στην συναίσθηση της ανάγκης για διατήρηση των παραδοσιακών αξιών.

 


ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 54 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή