μενού

Άνθιμος Παπαδόπουλος: Στην πατρίδα ήμασταν πρίγκιπες, εδώ...

του Κωνσταντίνου Κυριαζή–Κηπουρού

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 5, έτος 1992

Ένας «νέος» εκατό χρονών αφηγείται το μακρύ οδοιπορικό του από το Αλάτσαμ στη Μπόργιανη.

Γεννήθηκε την 1η Ιουλίου του έτους 1892 στο χωριό Κιλλίκ της περιφέρειας Αλάτσαμ (Killik, Alaçam) του Νομού Σαμψούντος (Αμισός). Ονομάζεται Άνθιμος Παπαδόπουλος και είναι γιός του Σταύρου και της Βασιλικής Καραπασάσογλου. Ζει στο χωριό μας από το 1923, διατελεί σε πλήρη υγεία, έχει πεντακάθαρη σκέψη και πάνω απ' όλα ακμαιότατο το ηθικό, θυμάται περιστατικά και λεπτομέρειες που αφήνουν άναυδο τον συνομιλητή του, απαγγέλει στίχους απ' έξω εδάφια από την Αγία Γραφή, τραγουδά με κέφι άσματα της «πατρίδας» και έχει πάντα χαραγμένο στο πρόσωπό του ένα καλοκάγαθο γέλιο, με μια ξεχωριστή λάμψη στα μάτια του, που σε αφοπλίζουν.

anthimos papadopoulos 

 Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, το 1992, σε ηλικία 100 χρονών

Είναι ο Άνθιμος Παπαδόπουλος ένας «νέος» εκατό χρονών, που ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία από τον οποίο πολλά θα είχαν να ζηλέψουν, οι σημερινοί νέοι. Είναι ο σεβαστός μπαρμπα- Άνθιμος, που αποτελεί τη ζωντανή ιστορία του τόπου μας, είναι ο καλοσυνάτος παππούς που δέχτηκε ευχάριστα να ξετυλίξει την ζωή του στη «Βοϊράνη», «για να τη θυμούνται οι παλιοί και να διδάσκονται οι νέοι».

Για θυμήσου μπαρμπα- Άνθιμε, πώς ήταν το χωριό που γεννήθηκες. Ποιά ήταν η ζωή των Ελλήνων, ποιά τα όνειρά τους;

Το χωριό που γεννήθηκα το Κιλλίκ, ήταν ένα καθαρά ελληνικό χωριό που απείχε δύο χιλιόμετρα από το Αλάτσαμ και είχε περίπου 2500 κατοίκους. Η οικογένειά μου ήταν ξακουστή στην περιοχή, είμασταν επτά αδέλφια, έξι αγόρια και ένα κορίτσι.
Είχαμε δύο σπίτια, 250 στρέμματα χωράφια που τα καλλιεργούσαμε με καλαμπόκι, σιτάρι και καπνό. Τα σχολεία ήταν ελληνικά και μιλούσαμε την ελληνική γλώσσα παράλληλα με την τουρκική.
Στην περιοχή μας υπήρχαν πολλά χωριά, όπου το ελληνικό στοιχείο υπερίσχυε του τουρκικού. Κάθε χωριό είχε μεγαλοπρεπή εκκλησία, πολλές φορές και δύο. Θυμάμαι κι άλλα χωριά, όπως το Τοίβλι, Καρα-σεΐν, Περγκελί, Μουστάτζαπ, Αϊντερέ, Ταοκαλίκ, Μείνταντσίκ.
Διοικητής της περιοχής του Αλάτσαμ, ήταν Τούρκος, οι πρόεδροι όμως των χωριών ήταν Έλληνες. Θυμάμαι ότι Δήμαρχος του Αλάτσαμ είχε διατελέσει ο Γιώργος Ξανθόπουλος, αδελφός του συγχωριανού μας Δημητρίου Ξανθόπουλου. Τον φλογερό αυτόν Έλληνα τον φυλάκισαν οι Τούρκοι και μετά τρεις μήνες τον σκότωσαν.

Μέχρι το 1914 οι σχέσεις μας με τους Τούρκους ήταν καλές, μετά ήλθαν οι Γερμανοί, φόβισαν τους Τούρκους ότι θα εξελληνιστούν, επικράτησαν οι Νεότουρκοι, έγινε και η σφαγή των Αρμενίων το 1915, τα πράγματα δυσκόλεψαν για τους Έλληνες.
Ενώ μέχρι τότε πηγαίναμε στον τούρκικο στρατό και είχαμε και όπλα, από τότε μας έδωσαν μόνο κασμά και φτυάρι και μας αντιμετώπιζαν με εχθρότητα. Εγώ, -μας λέει ο μπαρμπα-Άνθιμος- εκείνη την εποχή ήμουν βαθμοφόρος του τούρκικου στρατού και ο Τούρκος Διοικητής έκλαιγε όταν μας αφαιρούσε τα όπλα, εκτελώντας εντολές ανωτέρων του.
Η ζωή μας ήταν όμορφη, δουλεύαμε πολύ αλλά γλεντούσαμε και πολύ. Γινόταν τότε πολλοί χοροί, κυρίως στους γάμους, με λαϊκούς οργανοπαίχτες, με βιολιά, λύρες, ούτι, λατέρνες, κλαρίνα. Όλοι οι γάμοι γινόταν με προξενιό, διατηρούσαμε βλέπεις τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις μας. Είμασταν περήφανοι για την ελληνικότητά μας και τον πολιτισμό των προγόνων μας και δεν πιστεύαμε ότι μπορούσαν να μας συμβούν τα κακά που επακολούθησαν.

Να όμως, μπαρμπα-Άνθιμε, που η ζωή κρύβει κακοτοπιές και τα πράγματα αλλάζουν ξαφνικά εκεί που δεν το περιμένεις. Για θυμίσουν τί έγινε, πως ξεριζωθήκατε;

Από το 1914, όπως σας είπα τα πράγματα δυσκόλεψαν, οι εκκλησίες έκλεισαν, μας απαγόρευσαν να έχουμε όπλα και τα σύννεφα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου σκέπασαν και την περιοχή μας. Η Τουρκία άρχισε πόλεμο με την Ρωσία, οι Αρμένιοι ξεσηκώθηκαν, το Αλάτσαμ ήταν κοντά στα Ρωσικά σύνορα. Ακολούθησε η ελληνική εκστρατεία μέχρι το Αφιόν - Καραχισάρ, που στο τέλος όμως κατέληξε σε εθνική τραγωδία. Αποφασίστηκε από τον Κεμάλ και τον Βενιζέλο η ανταλλαγή του πληθυσμού με την συνθήκη της Λωζάννης. Τα πράγματα ήταν δύσκολα για μας, οι τούρκοι έγιναν εχθροί μας, κινδυνεύαμε κάθε στιγμή. Αναγκαστήκαμε με πόνο καρδιάς, να ξεριζωθούμε, αφήνοντας πίσω μας σπίτια, χωράφια, ολόκληρες περιουσίες.

Για θυμήσου μπαρμπα- Άνθιμε, κάτω από ποιές συνθήκες έγινε η μεταφορά σας και η εγκατάστασή σας στην Ελλάδα;

Μας έβαλαν μέσα σ' ένα μεγάλο βαπόρι, «Ωκεανός Άνδρος» θυμάμαι ότι λεγόταν, ήταν περίπου 3.000 άτομα από την Τραπεζούντα και 7.000 άτομα από την Σαμψούντα, είμασταν ο ένας πάνω στον άλλο και όλων τα μάτια ήταν δακρυσμένα. Τότε θυμάμαι, καθισμένος σε μια γωνιά, πήρα μολύβι και χαρτί και έγραψα αυτούς τους στίχους:

«Ο θεός μ' έδωσε λογικό στη γλώσσα, αυτά τα γράφω για όλους τους πρόσφυγες. Ο θεός υπομονή να δώσει στους ανθρώπους που περπατούν σε ξένα μέρη.
Τα νερά των ρευμάτων αδιάκοπα τρέχουν
τα μικρά παιδιά όλο κοιτάζουν τα χέρια της μάνας.
Τα βλέπει η μάνα, καίγονται τα σωθικά της
στις χαράδρες τρέχουν τα νερά ασταμάτητα
Η μάνα η καημένη, πετά τα παιδιά της στον δρόμο
απ' τα μάτια ματωμένα τρέχουν τα δάκρυα
Ο θεός να δώσει υπομονή
σ' όσους σε ξένα μέρη
σέρνονται και βασανίζονται».

Εκεί μέσα στο βαπόρι, απήγγειλα αυτούς τους στίχους και έκλαιγαν όλοι και θρηνούσαν. Θυμάμαι, ότι η γυναίκα ενός τούρκου αξιωματικού, που τους άκουσε, μούσκεψε τρία μαντήλια και μου έδωσε δώρο μία λύρα.
Στο μακρινό ταξίδι του ξεριζωμού, πολλά παιδιά πέθαναν και φτάσαμε στην Ελλάδα αποδεκατισμένοι. Ξεκινήσαμε την 1.11.1923 και φθάσαμε στην Θεσσαλονίκη μετά δέκα μέρες.

Τι συναντήσατε στην Ελλάδα, πώς καταφέρατε και ριζώσατε στα νέα μέρη, τί δυσκολίες συναντήσατε;

Οι συνθήκες ήταν δύσκολες για όλους. Ο καθένας πήγαινε όπου είχε κάποιους γνωστούς ή στην τύχη. Εγώ, με το τραίνο ήλθα στη Δράμα, κι από κει με τα πόδια ήλθα στη «Μπόργιανη» όπου ήταν παπάς εξάδελφός μου, ο παπά Κυριάκος, που είχε έλθει το '22. Μαζί με μένα στην Μπόργιανη, λόγω του παπά - Κυριάκου, ήλθαν σύνολο 206 άτομα από την περιοχή του Αλάτσαμ. Σήμερα εν ζωή έμειναν 27 γυναίκες και 23 άνδρες. Τους ξέρω όλους ονομαστικά. Είναι οι τελευταίοι «Αλατσαμλήδες».

Πώς ήταν το χωριό μας τότε, μπάρμπα - Άνθιμε;

Στο χωριό ζούσαν κυρίως τούρκοι, υπήρχαν όμως και έξι οικογένειες Ηπειρωτών, που κρατούσαν και το εμπόριο. Αρχικά έπιασα δουλειά σε έναν Αρμένιο, όταν όμως έφυγαν οι τούρκοι, έφυγε και αυτός και μου άφησε το σπίτι του, όπου μένω μέχρι σήμερα.

Το 1924 παντρεύτηκα με την γυναίκα μου τη Σοφία, που καταγόταν κι αυτή από το Κιλλίκ και την είχα ζητήσει σε γάμο από την πατρίδα. Επειδή όμως είχε ανύπαντρη μεγαλύτερη αδελφή, δεν μου την «έδωσαν» τότε.
Μη με κοιτάζεις πως είμαι σήμερα. Τότε ήμουν όμορφο και λυγερόκορμο παλληκάρι και είχα μεγάλη δύναμη, θυμάμαι στην πατρίδα, μια φορά έδωσα ένα «μπάτσο» σ' έναν Τούρκο λοχία κι έμεινε ανάπηρος.
Αγαπήσαμε τη νέα μας πατρίδα, ποτίσαμε με ιδρώτα και αίμα την λιγοστή γη που μας παραχώρησε το κράτος και καταφέραμε να ριζώσουμε σ' αυτήν μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Εκεί όμως ήμασταν πρίγκηπες κι εδώ δυστυχείς ...»

anthimos papadopoulos sophia 

 Με τη σύζυγό του Σοφία

Καθώς βλέπω στα μάτια του μπαρμπα- Άνθιμου να λαμπυρίζει ένα δάκρυ (ποιός ξέρει γιατί, ίσως γι' αυτά που έχασε, ίσως γι' αυτά που ονειρεύτηκε και δεν βρήκε) αλλάζω τον τόνο της συζήτησης και τον θέτω το τελευταίο ερώτημα:

Τί σκέφτεσαι για την ζωή μπαρμπα- Άνθιμε;

Χαράζεται στο πρόσωπό του μ' εκείνο το πλατύ και καλοσυνάτο γέλιο του και μισά ελληνικά μισά τούρκικα, μας λέει:

Μεγάλο ταξίδι είν' η ζωή μας Κωνσταντή. Αξίζει να ταξιδεύεις και ν' αγωνίζεσαι Δεν έκανα πολλά. Έκανα όμως οικογένεια με τέσσερα παιδιά, έχω εγγόνια και δισέγγονο. Είμαι στο τέλος του χορού. Γελώ όμως ακόμα και ελπίζω ...
«Ο θεός να δώσει υπομονή
σε όσους σε ξένα μέρη
σέρνονται και βασανίζονται»


Κι εσύ να' σαι καλά μπαρμπα-Άνθιμε για να αντλούμε δύναμη κι ελπίδα από σένα. Ειλικρινά σ' έχουμε ανάγκη ...

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 10 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή