μενού

Η «Βοϊράνη» είχε κατά το παρελθόν αναφερθεί στις σελίδες της, στη ζωή και το έργο του αείμνηστου συγχωριανού μας Κωνσταντίνου Βιδενμάγιερ, του γνωστού και αγαπητού σε όλους μπάρμπα-Κώστα, δίχως όμως να μπορέσει μέσα απ' αυτές να δώσει τις πραγματικές διαστάσεις της προσωπικότητας και του έργου του. Έμελλε να βρεθεί ένας μη συγχωριανός μας, ο ιστορικός κ. Νικόλαος Ρουδομέτωφ, ο οποίος γοητευμένος από τον μπαρπα-Κώστα και την αξία του έργου του, συνέλεξε με αξιοθαύμαστη σχολαστικότητα όλα τα στοιχεία που αφορούν την καταγωγή και τους κυριότερους σταθμούς της ζωής του και προσέγγισε με ιδιαίτερη ευαισθησία το έργο του, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα κι όχι άδικα, ως τον «Θεόφιλο της Δράμας».

Την εντυπωσιακή εργασία του για τον μπαρμπα-Κώστα, την παρουσίασε ο κ. Ρουδομέτωφ στα πλαίσια της Γ' επιστημονικής συνάντησης για την ιστορία της Δράμας, που διοργανώθηκε τον Μάιο του 1998 στο Επιμελητήριο της Δράμας, όπου μέσα από μια σειρά από διαφάνειες που προβλήθηκαν με έργα του λαϊκού μας ζωγράφου, είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε ακόμη μία φορά την ζωντάνια των εικόνων του και την εκφραστική δύναμη των χαρακτήρων του.

Συγχρόνως αισθανθήκαμε περήφανοι γιατί ο σπάνιος αυτός καλλιτέχνης, που τα έργα του κάνουν τον γύρο του κόσμου αποσπώντας τον θαυμασμό των τεχνοκριτικών ήταν συγχωριανός μας.

Πλησιάσαμε λοιπόν τον κ. Ρουδομέτωφ και αφού τον ευχαριστήσαμε του ζητήσαμε να μας δώσει την άδεια να δημοσιεύσουμε τμήμα της εργασίας του και συγχρόνως να μετάσχει σε ειδική εκδήλωση που θα οργανωθεί στις 29.11.98 από τον πολιτιστικός σύλλογο και το Γυμνάσιο του χωριού, για τον μπαρμπα-Κώστα, αποτείοντας έστω και καθυστερημένα, τον φόρο τιμής και αναγνώρισης που του αναλογεί.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 41, Οκτώβριος 1998


Κώστας Βιδενμάγιερ. Ο Θεόφιλος της Δράμας

του Νικολάου Ρουδομέτωφ, ιστορικού

Ο Κώστας Βιδενμάγιερ γεννήθηκε στην Κεσσάνη της Ανατολικής Θράκης στα 1901. Το γερμανόφωνο επώνυμό του προέρχεται από τον προπάππο του Γιόχαν Βιδενμάγερ, ο οποίος ήταν στρατιωτικός γιατρός -συνταγματάρχης- στην υπηρεσία του Όθωνα και γόνος αριστοκρατικής οικογένειας από τη Βαυαρία, όπου κατά τα λεγάμενα υπήρχε προ του Β' παγκοσμίου πολέμου κεντρική οδός Βιδενμάγιερ. Με την ιδιότητα αυτή ήλθε μαζί με τον Όθωνα στην Ελλάδα. Μετά τα γεγονότα του 1843-44 και την απομάκρυνση από την Ελλάδα των βαυαρικών στρατευμάτων, καταφεύγει με τη σύζυγό του, Ελληνίδα από αρχοντική οικογένεια της Τήνου, στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, χάρις στην αίγλη της καταγωγής του αλλά και στο ιατρικό του επάγγελμα, προσλαμβάνεται στην υπηρεσία του Σουλτάνου, γοητευμένος από τον ανατολίτικο τρόπο ζωής και την ατμόσφαιρα της εποχής.
Η επιφανής οικογένεια της συζύγου του και ο δυναμικός κοσμοπολίτικος ελληνισμός της πόλης τον εξελλήνισαν ώστε τα παιδιά του Ανδρέας, Παρασκευή και Θεόδωρος, βαφτίστηκαν κατά το ορθόδοξο δόγμα στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλή.

Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Ανδρέας, μετά από λαμπρές σπουδές στη Γερμανία, σπούδασε σε διπλωματική σχολή της Αγγλίας όπου και συνδέθηκε με τον μετέπειτα βασιλιά Εδουάρδο, του οποίου υπήρξε φίλος, υπασπιστής και εκπρόσωπος όταν η Κωνσταντινούπολη είχε καταληφθεί από τους συμμάχους. 

Μετά το τέλος του Α' παγκοσμίου πολέμου και την ήττα της Γερμανίας ο μεγαλύτερος Ανδρέας, χάρις στις υψηλές του διασυνδέσεις, παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στην ελληνική του οικογένεια και στον υιό του Βασίλη, ο οποίος είχε, πολύ νωρίτερα, κι αυτός σπουδάσει στη Γερμανία μηχανολόγος μηχανικός με ειδικότητα στους κυλινδρόμυλους.

Ο Βασίλης υπήρξε ένας εξαιρετικά διακεκριμένος μηχανικός της εποχής του με δραστηριότητες στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο. Κατασκεύασε, τον περασμένο αιώνα, στη Ρουμανία τον μεγαλύτερο κυλινδρόμυλο των Βαλκανίων και κοντά στο τέλος του (αιώνα), βρίσκεται στην Κεσσάνη της Ανατολικής Θράκης εργαζόμενος στους περίφημους μύλους της μεγάλης αρχοντικής οικογένειας Εξηντάρη.

Εκεί παντρεύεται την Αθανασία, κόρη της οικογένειας Εξηντάρη και με τον αδελφό της επιδίδονται παράλληλα σε αναλήψεις κατασκευών μεγάλων τεχνομηχανολογικών έργων.

Σύντομα αποκτά το πρώτο του παιδί, τον Κωνσταντίνο στα 1901. Δυστυχώς, μόλις ο υιός του έκλεισε το πρώτο έτος της ηλικίας του, χάνει από απροσδόκητη ασθένεια τη σύζυγό του. Απαρηγόρητος φεύγει από την Κεσσάνη και εγκαθίσταται στην ευρύτερη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, εργαζόμενος ως διευθυντής εταιρίας στα και σήμερα γνωστά, ορυχεία άνθρακα του Ζούμπουλ - τάγ.

Τα χρόνια περνούν και ο νεαρός Κωνσταντίνος μεγαλώνει με τις φροντίδες του πατέρα του, ο οποίος φιλοδοξεί να τον σπουδάσει όπως αρμόζει σε γόνο τόσο σημαντικής προσωπικότητας.

Ο νεαρός όμως Κωνσταντίνος δεν άντεχε την αυστηρότητα των σπουδών της εποχής. Φοίτησε ένα διάστημα στη Μεγάλη του Γένους Σχολή με μοναδική διάκριση στα καλλιτεχνικά μαθήματα και στην ιστορία.

Τον έβαλε ο πατέρας του εσωτερικό οικότροφο σε γερμανικό σχολείο της Κωνσταντινούπολης, αλλά οι επιδόσεις του ήταν πενιχρές στα μη καλλιτεχνικά μαθήματα. Προσπάθησε να τον στείλει στη Γερμανία αλλά και πάλι συνάντησε την πλήρη άρνηση του νεαρού αντικομφορμιστή ο οποίος παρά την αναμφισβήτητη ευφυΐα του, έδειχνε ενδιαφέρον μόνον σε ενασχολήσεις καλλιτεχνικές. 

Στους βαλκανικούς πολέμους οι τούρκοι εκτοπίζουν τον πατέρα του, θεωρώντας τον έλληνα παρά το γερμανικό επώνυμο, στα βάθη της ανατολής.

Μετά από δύο περίπου χρόνια, κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, επιστρέφει κοντά στην οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη. Αποφάσισε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα, μετά από αρκετά χρόνια χηρείας, επιλέγοντας ως νέα σύντροφο της ζωής του την Μαρία, μία ελληνίδα κυρία, χήρα με δύο παιδιά.

Στο διάστημα αυτό ο νεαρός Κωνσταντίνος εγκαταλείποντας κάθε άλλη σπουδή, μαθητεύει πλέον σε καλλιτεχνικό δάσκαλο της πόλης σπουδάζοντας διακοσμήσεις δαπέδων που ήταν πολύ της μόδας την εποχή εκείνη. Σ' αυτό τον βοηθάει το αναμφισβήτητο ταλέντο του στο σκίτσο και η μεγάλη του ευαισθησία και αγάπη σε κάθε είδους καλλιτεχνική δημιουργία που έχει να κάνει με το χρώμα, την καταπληκτική ελληνική μυθολογία, την ιστορία και την καθημερινή ζωή.

Χαρακτηριστικό ήταν ένα επεισόδιο που έγινε κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, όταν ο πατέρας του τον απασχόλησε για λίγο βάζοντάς τον να καταμετρά τους σάκους με το κάρβουνο που φόρτωναν οι λιμενεργάτες σε ένα γερμανικό πλοίο. Ο νεαρός Κωνσταντίνος καταμετρώντας τους σάκους θεώρησε ενδιαφέρον να σκιτσάρει το πολεμικό με όλες τις λεπτομέρειές του, γεγονός που πρόσεξαν οι αξιωματικοί ασφαλείας του πλοίου, και διέταξαν τους ναύτες να τον συλλάβουν και να κατάσχουν τα σκίτσα του.  Βλέποντας, μετά, την ακρίβεια του σχεδίου του πολεμικού τους πλοίου σ' όλες του και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, πίστεψαν ότι ο νεαρός ήταν κατάσκοπος. Κατά την ανάκριση πέρασε δύσκολες ώρες ο μόλις δεκατετράχρονος Κωνσταντίνος και το γερμανικό του επώνυμο για μία ακόμη φορά τον γλίτωσε από δύσκολες καταστάσεις.

Τα γεγονότα όμως ακολούθησαν ραγδαία. Το μικρασιατικό δράμα του ξεριζωμού 1,5 εκατομμυρίων Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες, έφερε την οικογένεια του πατέρα του στα 1924 στην Θεσσαλονίκη. Η οικογένεια τώρα είχε αυξηθεί, καθώς υπήρχαν τα δύο αγόρια της νέας συζύγου, με το επώνυμο Χατζηαναστασίου, όπως και ένας νέος αδελφός, ο Ανδρέας που είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη στα 1921. Στα 1925 ακόμη ένας αδελφός, ο Πρόδρομος, έμελλε να δει το φως στην Θεσσαλονίκη πλέον, όταν ο Κωνσταντίνος ήταν στρατιώτης υπηρετώντας τη θητεία του στον Ελληνικό στρατό στη Δράμα.

Για μία ακόμη φορά πρόσφυγας ο διακεκριμένος μηχανικός Βασίλης Βιδενμάγιερ δεν αντιμετώπισε πρόβλημα εργασίας στη Θεσσαλονίκη, σε εποχή τρομερά δύσκολη για τη συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων. Ήταν πασίγνωστος στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο με αποτέλεσμα να θεωρηθεί επιτυχία για τους μεγάλους μύλους Αλλατίνη η πρόσληψή του ως τεχνικού διευθυντού. Έτσι η οικογένειά του επιτέλους γνώρισε τη θαλπωρή της ειρηνικής διαβίωσης στην αγκαλιά της μητέρας πατρίδας.

Από το σημείο αυτό θα παρακολουθήσουμε την πορεία του νεαρού Κωνσταντίνου, ο οποίος, από την κατάταξη του στο στρατό, ουσιαστικά απομακρύνεται αθόρυβα από την πατρική οικογένεια και ακολουθεί την δική του ανεξάρτητη πορεία. Αναπτύσσει γνωριμίες και φιλίες μεταξύ των χιλιάδων Μικρασιατών προσφύγων της Δράμας. Τα κοινά ανυπέρβλητα καθημερινά τους προβλήματα, η αβάστάχτη πίκρα της ξενιτιάς, οι τόσο ζωντανές αναμνήσεις των χαμένων ευτυχισμένων νοικοκυριών τους, οι προσδοκίες μίας ήσυχης ελεύθερης πλέον ζωής, ήταν κοινά σ' όλους.

Ο νεαρός πλέον Κώστας, ταυτίζεται μαζί του ζει κοντά τους την μποέμικη ζωή που πάντοτε έθελγε, βρίσκοντας εύκολα λαϊκές καλλιτεχνικές εργασίες απαραίτητες στην καθημερινή ζωή, όπως η κατασκευή επιγραφών καταστημάτων, η διακόσμηση με καλλιτεχνικό τρόπο βαφής - απομίμηση μαρμάρων, ροδάκων κλπ. σε κέντρα διασκέδασης, σπίτια κλπ.
Παρ' όλες τις πολύ δύσκολες συνθήκες, καλλιτεχνική του δουλειά εκτιμάται από τους Δραμινούς συμπολίτες του και κερδίζει αρκετά χρήματα. Με ξεδιπλωμένα τα δικά του φτερά δεν ασχολείται με εργασίες έχοντας κριτήριο επιλογής το κέρδος αλλά, ότι αγαπούσε με πάθος και αυτά ήταν:

Η θεματική ζωγραφική και η καλλιτεχνική διακόσμηση, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις του στις ποικίλες και ασυνήθιστες καλλιτεχνικές εκφράσει όπως είναι η διακόσμηση των αμαξών της εποχής (σούστες) με περίτεχνα σχέδια, έως την κατασκευή αγιογραφιών ή Παντοκρατόρων στους τρούλοι των εκκλησιών.
Στα 1928 ζωγράφισε μία σειρά έργων με θέμα τις γεωργικές εργασίες της εποχής για λογαριασμό της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης.
Η σειρά αυτή εκτέθηκε στην Έκθεση και απέσπασε το Α' Βραβείο. Αυτή ήταν και η τελευταία επαφή του με τα μεγάλα κέντρα.

Στα 1930 όντας 29 ετών, παντρεύεται τη Μαρία Ρεπάκη, πρόσφυγα από το μικρό Μπογιαλίκη της Ανατολικής Ρωμυλίας και εγκαθίσταται οριστικά στον Άγιο Αθανάσιο της Δράμας. Είχε πια αρχίσει για τον Κώστα η περίοδος της ωριμότητας και της ευτυχισμένης οικογενειακής του ζωής.
Στα 1935 απέκτησε το πρώτο παιδί του την θυγατέρα του Ευγενία και στα 1937 τον μοναδικό υιό του Ελευθέριο. Τα παιδιά του με τις οικογένειες τους ζουν και σήμερα στον Άγιο Αθανάσιο Δράμας.

Θα συνεχίσουμε με το καλλιτεχνικό του έργο. θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αυθεντική καλλιτεχνική βιογραφία ενός ζωγράφου, γράφεται με τα έργα του, στα οποία αποτυπώνεται η προσωπικότητα, ο πνευματικός του πλούτος και συγκρότηση, πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του, πολλές φορές ακόμη και οι κοινωνικοί προβληματισμοί του.

Όπως αναφέραμε στην αρχή, ο Κώστας Βιδενμάγερ ήταν, στον χαρακτήρα, αντικομφορμιστής, ιδιόρρυθμος, λιγομίλητος, κλειστός στον εαυτό του, χωρίς να τον εμποδίζει να έχει πολλούς και καλούς φίλους που τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν.
Λάτρευε την Ελληνική ιστορία, την ελληνική μυθολογία, τις αλησμόνητες πατρίδες, τη απλή αγροτική ζωή, το κυνήγι στα τενάγη των Φιλίππων και στις γύρω λοφοσειρές.
Η ιστορική πόλη των Φιλίππων ήταν ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Τα χρώματα που χρησιμοποιούσε μέχρι τα 1970 περίπου, τα κατασκεύαζε μόνος του χρησιμοποιώντας δικές του παραλλαγές σε γνωστές κλασσικές συνταγές, συνήθως γαιώδη ή μεταλλικά χρώματα με κρόκο αυγού και κόλλα.
Στη δεκαετία του 1970 άρχισε να χρησιμοποιεί πλαστικά χρώματα. Δεν επιδίωκε μακροβιότητα των έργων του γι' αυτό ζωγράφιζε πάνω στις πιο περίεργες επιφάνειες, π.χ. παλιά κεραμίδια, πήλινα κανάτια, επιφάνειες ξύλινες ή από κόντρα - πλακέ, χάρντμπορ κλπ.

Οι αγαπημένες τους επιφάνειες ήταν η απλή μοριοσανίδα, το γνωστό νοβοπάν και το πεπιεσμένο χαρτόνι, αυτό που ονομάζουμε χάρμπορ.
Δεν πολυσυμπαθούσε τον κλασσικό μουσαμά ζωγραφικής. Ήθελε να ομορφαίνει τη ζωή διακοσμώντας με ζωγραφικά σχέδια το καθημερινό περιβάλλον στο σπίτι, στη δουλειά και στη διασκέδαση.
Είναι αρκετά τα καφενεία και τα κέντρα των χωριών της περιοχής στα οποία διασώζονται μέχρι σήμερα μεγάλα έργα του, συνήθως σε μοριοσανίδες πάχους 16 χιλιοστών, διαστάσεων 3,66 μ. X 1,83 μ. αναρτημένα στους τοίχους τους.
Από μακριά νομίζει κανείς ότι είναι τοιχογραφίες ζωγραφισμένες απ' ευθείας πάνω στους τοίχους, ευτυχώς είναι σε κινητές επιφάνειες και έτσι μπορούν να συντηρηθούν και να διασωθούν ευκολότερα.
Τρία έργα του υπάρχουν στο κέντρο «Τα κρύα νερά» του Ηλία Τσολερίδη στο Κεφαλάρι της Δράμας.

Πίνακες υπάρχουν στο καφενείο του Συμεών Δημητριάδη στις Κρηνίδες και παρουσιάζουν μία παλιά άποψη της Μονής Εικοσιφινίσσης Παγγαίου, πιθανόν όπως ήταν στα 1939.
Το έργο ενώ έχει ζωγραφισθεί στα 1977, φέρει και τη χρονολογία 1939, που ίσως υποδηλώνει χρονολογικά παλαιότερη όψη της Μονής.
Είναι έργο διαστάσεων 1,83X1,00 μ. σε μοριοσανίδα πάχους 7 χιλ. Υπογραφή μόνον τα αρχικά Κ.Β.

Στον ίδιο χώρο υπάρχει ο πίνακας με τους χαρτοκλέφτες. Είναι διαστάσεων 0,61X0,70 μ. σε μοριοσανίδα πάχους 7 χιλ. και υπογραφή με τα αρχικά Κ.Β.

Σε επαγγελματικό συνεργάτη του υιού του είχε χαρίσει τον όμορφο πίνακα που βλέπουμε και απεικονίζει τη θρυλική εκκλησία της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο, προς την οποία οδεύουν προσκυνητές έφιπποι και μη, με Ποντιακή περιβολή κρατώντας Βυζαντινό λάβαρο κλπ. Στο κάτω μέρος διαβάζουμε «ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΜΕΛΑ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ" και στην άκρη την υπογραφή Κ. Βιδενμάιερ. Είναι διαστάσεων 1,83X0,70 μ. σε μοριοσανίδα 16 χιλ.
7
Σε δύο ακόμη καφενεία των Κρηνίδων, των Εξαδάκτυλου και Καρανταλίδη, βρήκαμε τα παρακάτω έργα του Κώστα Βιδενμάγερ:

Το επιγράφει «Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ» και έχει αποδοθεί το θέμα με μία δική του γνήσια λαϊκή αντίληψη του κοσμοϊστορικού γεγονότος. Στην κορυφή του λόφου δεξιά εικονίζεται ο Βρούτος προ του τέλους, με την έκφραση της απόγνωσης στο πρόσωπό του. Διαστάσεις έργου 1,83X0,70 μ. σε μοριοσανίδα πάχους 16 χιλ.
«Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ», τιτλοφορημένο έργο του Βιδενμάγερ με θέμα τον γνωστό μύθο. Διαστάσεις 1,83X0.70 μ. σε μοριοσανίδα πάχους 16 χιλ.

Η βάπτιση της Λυδίας στον ποταμό Ζυγάκτη, σε απόσταση αναπνοής από τον Άγιο Αθανάσιο. Διακρίνουμε τους Αποστόλους Παύλο και Σύλλα την ώρα της βάπτισης με τους αναμένοντες συγγενείς της Λυδίας, καθώς και τους Ρωμαίους στρατιώτες που έρχονται να συλλάβουν τους Αποστόλους, ενώ διαμαρτύρεται ηλικιωμένος συμμετέχων στην τελετή. Διαστάσεις έργου 1,40X1,00 μ. σε μοριοσανίδα πάχους 16 χιλ.

Το μεγαλύτερο σύνολο έργων του λαϊκού μας ζωγράφου υπάρχει εκτεθειμένο με μεγάλη φροντίδα και αγάπη στο Γυμνάσιο Αγίου Αθανασίου, όπου τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια της ζωής του, ο μπαρμπα Κωστής πλέον, προσφέρει τις υπηρεσίες του στη διδασκαλία της ζωγραφικής στους νεαρούς μαθητές, παιδιά των συγχωριανών του.
Στον χώρο αυτό υπάρχουν 17 έργα του. Όπως ο ήλιος δεν μπορεί να κρυφτεί, έτσι και το έργο του μπαρμπα Κωστή ή παππού δεν μπορούσε να μείνει στην αφάνεια.
Στα τελευταία 8 χρόνια της ζωής του αρκετές φορές η Ελληνική, η Γαλλική και η Ιταλική τηλεόραση έκαναν σημαντικές παρουσιάσεις των έργων του και εκτενείς αναφορές στην ιδιόμορφη καλλιτεχνική του προσωπικότητα.
Επίσης κάποιος αριθμός φιλότεχνων, όχι μεγάλος, απ' όλη την Ελλάδα αγόραζε έργα του. Όλα αυτά προσέφεραν στον ίδιο λίγα οικονομικά οφέλη, διότι πάντοτε πωλούσε τα έργα του σε πολύ χαμηλές τιμές.
Του προσέφεραν όμως την ικανοποίηση της αναγνώρισης και της αγάπης των έργων του, γεγονός το οποίο ο ίδιος θεωρούσε πολύ πιο σημαντικό, όντας πραγματικός ιεραπόστολος της τέχνης.
Τα παιδιά του Γυμνασίου του Αγίου Αθανασίου, οι μαθητές του, τον λάτρευαν. Στην κηδεία του τον συνόδεψε ολόκληρη η ευρύτερη περιοχή με επικεφαλής τους μαθητές του και οι εκδηλώσεις αγάπης και εκτίμησης προς το πρόσωπό του, ήταν πρωτοφανείς.

Το θείο χάρισμα της ευεργετικής επίδρασης και της ακτινοβολίας έχουν μόνο τα προικισμένα έργα τέχνης, προικισμένων δημιουργών.
Διατηρούν στη διαδρομή του χρόνου και στην εναλλαγή των αισθητικών αντιλήψεων μια ρωμαλέα προσωπικότητα και εξακολουθούν συνεχώς να γοητεύουν και να προσφέρουν την ευτυχία της θέασής τους.
Πολύ συχνά οι δημιουργοί των έργων, ιδιαίτερα των λε-γόμεων «λαϊκών», ζωγράφοι, γλύπτες κλπ. παραμένουν αφανείς και άγνωστοι στον πολύ κόσμο. Ερωτήματα όπως:

«Θα γνωρίζαμε σήμερα τον Θεόφιλο αν δεν τον είχε ανακαλύψει ο ξενιτεμένος συμπατριώτης του Στρατής Ελευθεριάδης (ο πολύ γνωστός Ε. Teriade)», πρέπει να μας οδηγούν στην έρευνα και καταγραφή των ανώνυμων καλλιτεχνών των περιοχών μας.
Έτσι θα έχουμε ενδεχομένως τη σπάνια χαρά να ανακαλύψουμε θησαυρούς οι οποίοι θα έμεναν στην αφάνεια λόγω της σεμνότητας των δημιουργών, και της άγνοιας της αξίας των έργων τους.
Οι τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα οι μικρές, ενώ αναγνωρίζουν και εκτιμούν τα έργα των δημιουργών, σταματούν όμως σε ένα σημείο.
Δύσκολα πιστεύουν ότι ο καθημερινός και απλός συντοπίτης τους είναι μία ξεχωριστή καλλιτεχνική φυσιογνωμία πολύ ευρύτερης αποδοχής και εκτίμησης. Ίσως γι' αυτό να υπάρχει το αξίωμα «ουδείς άγιος στον τόπο του».
Εγώ θα προσέθετα τη λέξη «μεγάλος», δηλαδή «ουδείς μεγάλος άγιος στον τόπο του». Διότι μικρούς αγίους οι τοπικές κοινωνίες μερικές φορές τους αποδέχονται.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 33 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή