μενού

Μνήμες συγχωριανών μας από την εποχή του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940

του Βασίλη Χ. Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βοϊράνη», τεύχος 30, έτος 1996

Η είδηση για την έναρξη του πολέμου με τους Ιταλούς έπεσε σαν βόμβα, στις 28 Οκτωβρίου 1940, στη μικρή κοινωνία του χωριού μας. «Η καμπάνα της παλιάς εκκλησίας χτυπούσε συνέχεια από το πρωί», θυμάται η γιαγιά Ελένη Τομπαΐδου. «Ο κόσμος έτρεχε πάνω-κάτω στη γειτονιά, για να μάθει περισσότερα νέα για την επίθεση και την επιστράτευση των νέων. Στην αρχή φοβηθήκαμε και ήμασταν κουμπωμένοι...».

Πολλοί έμαθαν τη δυσάρεστη είδηση του πολέμου στον κάμπο, όπου συνέχιζαν τις φθινοπωρινές εργασίες αμέριμνοι.

«Βρισκόμασταν από νωρίς στη Βάλτα, τη μέρα που ξέσπασε ο πόλεμος, για να κουβαλήσουμε το καλαμπόκι από το χωράφι. Ξαφνικά, παρέα παιδιών εμφανίστηκε με σάλπιγγα και 'φερε τη φοβερή είδηση στον κάμπο», θυμάται ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος. «Από τον πανικό ή τον ενθουσιασμό τους, πολλοί εγκατέλειπαν το καλαμπόκι και τα κάρα τους στις γυναίκες και 'τρεχαν να μάθουν νέα και να καταταγούν στο στρατό. Για την κατάταξη οι νέοι πήγαιναν πρώτα στο γειτονικό χωριό της Αδριανής, είτε με τα πόδια από τα χωράφια είτε με κάποιο μέσο από το δρόμο Δράμας-Καβάλας. Όλα τα μεταφορικά μέσα ήταν δωρεάν για τις ανάγκες του στρατού και πολλά παιδιά έβρισκαν ευκαιρία μέσα στο πλήθος, για να κάνουν βόλτα μέχρι την Καβάλα ή ακόμη την Αλεξανδρούπολη, δίχως κάποιος να τους σταματήσει για εξηγήσεις!»

Οι κάτοικοι του χωριού, πρόσφυγες στο σύνολό τους από τις χαμένες πατρίδες της προηγούμενης εικοσαετίας, ένοιωσαν την ίδια αγωνία, όπως τότε με το μεγάλο διωγμό από τους τσέτες του Κεμάλ...

«Ποιοι είναι άραγε αυτοί οι νέοι εχθροί που θέλουν να καταπατήσουν τη γη μας;» αναρωτιόντουσαν παλιοί και νέοι στους καφενέδες.

«Το βράδυ της πρώτης μέρας του πολέμου», συνεχίζει ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος, «μας απαγόρευσαν ν' ανάψουμε τις λάμπες στο σπίτι, καθώς δεν υπήρχε τότε ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό, για να μη γίνουμε αντιληπτοί από τα εχθρικά αεροπλάνα... Εξαιτίας του φόβου μας, φάγαμε το ίδιο βράδυ κάτω από τη σκάλα, στο εσωτερικό του σπιτιού μας. Σιγά-σιγά ο κόσμος ξεθάρρεψε και άφηνε το φως αναμμένο, βάζοντας κουβέρτες ή χοντρές κόλλες που είχαμε για τα καπνά μπροστά στα παράθυρα..»

Οι συγχωριανοί μας έδειξαν, στις δύσκολες ώρες του πολέμου, αισθήματα αλληλεγγύης και ψυχικής ενότητας ανάμεσα στα μέλη κάθε οικογένειας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γιαγιάς Άννας Σοφιδιώτου: «Ο πόλεμος με βρήκε στη Δράμα να δουλεύω ως νοσοκόμα στην κλινική του γιατρού Κελέκη. Όταν έφτασε η είδηση, ο γιατρός άρχισε τις προετοιμασίες, για να φύγει στην Αθήνα με την οικογένειά του. Με προσκάλεσε να τους ακολουθήσω, πιστεύοντας ότι θα είμαι πιο ασφαλής στην πρωτεύουσα. Αρνήθηκα ευγενικά και προτίμησα να επιστρέψω στο χωριό μας, γιατί δεν θα μπορούσα ν' αφήσω πίσω την οικογένειά μας. Είχαμε άρρωστο με καλπάζουσα φυματίωση τον αδελφό μου Χαράλαμπο. Ο οργανισμός του ήταν φοβερά εξασθενημένος από τη δεκάμηνη φυλάκισή του στη Ρωσία, επειδή ήταν Έλληνας, και τα καθημερινά βασανιστήρια με κρύο νερό από τους δεσμοφύλακες. Είχε ανάγκη τη βοήθειά μου...»

Οι νίκες του στρατού σκόρπισαν, από το Νοέμβριο κιόλας, ρίγη συγκίνησης και 'φεραν κύμα ενθουσιασμού. Ο Χρυσόστομος Ριτζαλέος θυμάται: «Η κατάληψη της Κορυτσάς, το Νοέμβριο του 1940, στάθηκε αιτία μεγάλου ενθουσιασμού. Όταν έφτασε το σχετικό τηλεγράφημα στο χωριό μας, οι λαϊκοί οργανοπαίχτες με το ούτι, το λαούτο, το βιολί, τον κεμεντζέ έστησαν αυθόρμητο γλέντι στην αυλή του παλιού δημοτικού σχολείου. Ο κόσμος δεν έπινε απλά κρασί, αλλά μεθούσε για τη νίκη. Αργότερα θα χτυπά η καμπάνα της Εκκλησίας σε κάθε νίκη του στρατού μας».

Οι γυναίκες του χωριού συμμετέχουν με το δικό τους τρόπο στον αγώνα του Έθνους: «Οι γυναίκες στο χωριό έπλεκαν φανέλες, κάλτσες και άλλα είδη ρουχισμού για τους φαντάρους στο μέτωπο», θυμάται με συγκίνηση η γιαγιά Ελένη Τομπαΐδου: «Ο οργανισμός ‘Η φανέλα του Στρατού’ συγκέντρωνε τα ρούχα και τα προωθούσε στο στρατό μας. Μία ξαδέλφη μου, που ζούσε τότε στη Νέα Αμισό, άφησε σημείωμα με τα στοιχεία της σ' ένα ζευγάρι γάντια, που έπλεξε για το μέτωπο. Το δέμα έλαβε φωτογράφος από τις Σέρρες στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Μετά τον πόλεμο, ήρθε στη Δράμα, τη βρήκε και τη ζήτησε σε γάμο! Σήμερα ζουν ευτυχισμένοι στις Σέρρες. Υπήρξαν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις τότε...»

Μία δυσάρεστη, όμως, έκπληξη περίμενε τους τελευταίους πρόσφυγες του χωριού, που ήρθαν από τη Σοβιετική Ένωση το 1939 διωγμένοι από το σταλινικό καθεστώς. Ο παππούς Παναγιώτης Ελμαζίδης θυμάται: «Το Ελληνικό κράτος θεωρούσε τους πρόσφυγες του '39 από τη Ρωσία, άτομα «ακαθορίστου υπηκοότητος». Δε μας επέτρεψαν να καταταγούμε στο στρατό, αν και ήμασταν γνήσιοι Έλληνες ποντιακής καταγωγής. Είναι πράγματι ειρωνεία, αν σκεφτούμε τις διώξεις των Ρώσων, επειδή ήμασταν Έλληνες...».

Η αδελφή του Ελένη Τομπαΐδου συμπληρώνει με παράπονο: «Στην περίοδο του πολέμου μάς απαγόρευσαν να μιλάμε ρωσικά στο χωριό όσοι ήρθαμε πρόσφυγες από τη νότια Ρωσία το '39. Είχαμε λίγους μήνες στην Ελλάδα και τα ρωσικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή μας...».

Ο στρατός έκανε επίταξη των αλόγων στο χωριό για τις ανάγκες του ιππικού. Τα μαγαζιά δεν αντιμετώπισαν σοβαρό πρόβλημα με τρόφιμα, τουλάχιστο τους πρώτους μήνες, καθώς δεν υπήρχε «κουπόνι» στην αγορά για βασικά είδη διατροφής. Άλλωστε, ο πόλεμος με τους Ιταλούς ξέσπασε σε μια περίοδο που οι κάτοικοι του χωριού μας είχαν συγκεντρώσει σχεδόν το σύνολο της παραγωγής και δεν είχαν σοβαρές στερήσεις. Πάνω απ' όλα, όμως, λειτούργησε η αλληλεγγύη των κατοίκων στις δύσκολες στιγμές. Το παράδειγμά τους τότε πρέπει να βρει και σήμερα μιμητές, κάθε φορά που κάποια οικογένεια συγχωριανών χρειάζεται τη βοήθειά μας...

Ευχαριστώ θερμά όλους για την πολύτιμη μαρτυρία τους.

Η δράση του ορεινού πυροβολικού της Δράμας στο Αλβανικό Μέτωπο

Το ορεινό πυροβολικό της Δράμας, όπως αποκαλύπτεται από τις γραπτές πηγές, έδωσε σκληρό αγώνα στο Αλβανικό Μέτωπο. Στις πρώτες επιχειρήσεις, αρχές Νοεμβρίου 1940, η μονάδα του κ. Ανδρεάκη υποστήριξε μονάδα πεζικού κοντά στην κωμόπολη Ερσέκα, όπως και τμήματα του 52ου και 38ου Συντάγματος Πεζικού στη θέση 1200 ύψωμα, της περιοχής Τρέσοβας. Αμέσως μετά, κινήθηκε χωρίς μάχες προς το χωριό Τόλιαρη. Η παραμονή τους εκεί ήταν μαρτυρική, εξαιτίας του ψύχους και της έλλειψης τροφών. Τα πυροβόλα ήταν εγκατεστημένα μεταξύ των περιοχών «χάνι Μπαλαμπάν», μιας γέφυρας του Αώου ποταμού και της οροσειράς Νεμέρτσκα. Η μονάδα υποστήριζε το κεντρικό μέτωπο του πολέμου στην Κλεισούρα και στο όρος Τρεμπεσίνα. Με πυροβόλα των 5 και 10 ιντσών, με τη βοήθεια Μοίρας πυροβολικού της Ξάνθης και με το βαρύ πυροβολικό της Δράμας στάθηκαν πολύτιμοι βοηθοί των τμημάτων πεζικού του Κεντρικού Μετώπου.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 19 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή