μενού

Χριστουγεννιάτικα έθιμα και κάλαντα

Κάλαντα και έθιμα της Θράκης

calanda7Τα κάλαντα στη Θράκη έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Κάθε περιοχή είχε την δική της παραλλαγή και μάλιστα έλεγαν κάλαντα για όλους και για όλα: για το Χριστό, την Παναγία, τον αφέντη και την κυρά του σπιτιού, για την ανύπαντρη γυναίκα, την αρραβωνιασμένη, για το μοναχογιό και για τους νιόπαντρους ανάλογα με το κάθε σπίτι.

«Κυρά μ' τη θυγατέρα σου, κυρά μ' την ακριβή σου, γραμματικός τη ζήτησε και ψάλτης θα την πάρει, κι εκείνος ο γραμματικός πολλά φλουριά θα φέρει..»

Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς πολύ πρωί, οι νέοι τηρούσαν το έθιμο με το «σούρβισμα» όπου τα παιδιά με ένα χλωρό κλαρί κρανιάς στο χέρι, σούρβιζαν (δηλαδή χτυπούσαν) με τη σούρβα τη ράχη του νοικοκύρη, λέγοντας.

«Σούρβα- σούρβα, γερό κορμί, σαν ασήμι σαν κρανιά, και του χρόνου όλοι γεροί και καλόκαρδοι».

Γνωστό έθιμο της Πρωτοχρονιάς που τηρείται μέχρι σήμερα ήταν η κοπή της βασιλόπιτας.

Πρωτοχρονιάτικα ήταν και τα έθιμα των «Τζαμαλών» δηλαδή των μεταμφιεσμένων τα μεσάνυχτα προς το ξημέρωμα του νέου έτους και της «Καμήλας», δηλαδή των νέων που ντυμένοι καμήλες γύριζαν στις γειτονιές την ημέρα της πρωτοχρονιάς και έλεγαν τα κάλαντα.

Κάλαντα και έθιμα του Πόντου

calanda4Και στον Πόντο, του κοσμοϊστορικού γεγονότος της γέννησης του Χριστού, προηγούνται τα κάλαντα.

«Χριστός γεννέθεν χαρά σον κόσμον, χα καλήν ωραν καλής ημέραν, χα καλόν παιδίν ωψέ γεννέθεν»

Έθιμο καθαρά γονιμικού χαρακτήρα ήταν «τη Χουσπαντιών». Το υποδυόταν όμιλος τεσσάρων συνήθως ανδρών. Ο ένας μεταμφιεζόταν σε γενειοφόρο γέροντα, τον Μπέη ή Αγά. Ο άλλος σε νέο με μαύρα γένια (Ντεληκανλής), ο τρίτος σε δικαστή κριτή και ο τέταρτος σε πανέμορφη νέα (Φατήκ). Αυτή αποτελούσε και το μήλον της έριδος για τη σκληρή μάχη ανάμεσα στο γέροντα (αντιπροσώπευε το παλιό) και στο νέο (αντιπροσώπευε το καινούριο, το ωραίο).

Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς στον Πόντο, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, κάποιος από την οικογένεια, κατά κανόνα ο νέος, πήγαινε για το «καλάντισμα τη βρύσης». Πίστευαν πως εκείνη την ώρα οι βρύσες και τα δέντρα, όπως και ολόκληρη η φύση, κοιμόταν. Ο νέος έφερνε μαζί του βούτυρο, πισία, κορκότα, ψωμί και άλας. Με το βούτυρο άλειφε τη βρύση.

Τα πισία και την κορκότα, το αλάτι και λίγο ψωμί τα άφηνε εκεί. Το υπόλοιπο ψωμί το έβρεχε με το νερό της βρύσης και το 'φερνε στο σπίτι για να ταΐσει με αυτό τα ζώα του στάβλου. Στη βρύση τραγουδούσε:

«Κάλαντα και καλός καιρός πάντα και τον χρόνον..»

«Αε Βασίλης έρχεται ασί Λιαρί μερέαν, Φορτούται τράνον δίσακκον, γομάτον ευλοϊας. Αν δήτ' εμάς καλόν παχτσίς, αν δήτε άσπρα αρνόπα, να γίνταν τα γεννήματα, τ' αμπάρε να γομούνταν, να έρχουνταν κι οι ξενιτιάρ ' με τα πολλά γορόσε».

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Δείτε επίσης

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 59 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή