μενού

Αλβανικό Έπος– Το ημερολόγιο του στρατιώτη Γεώργιου Βεράνη

του Δημήτρη Πασχαλίδη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 30, έτος 1996

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του στρατιώτη Γιώργου Βεράνη του Αθανασίου από το Δοξάτο Δράμας, γραμμένο στο αλβανικό μέτωπο κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

Η παρουσίαση της ιστορίας, κατά τον γερμανό συγγραφέα Γκύντερ Γκρας, «δεν επιτρέπεται να αφήνεται στα χέρια των ιστορικών και μόνο. Ο ιστορικός στηρίζεται στα πολιτικά δεδομένα, πολέμους, συμβάσεις ειρήνης, δυναστείας ενώ ο συγγραφέας αν ασχολείται και με την ιστορία, διηγείται και από την πλευρά των πληγέντων, των ανθρώπων με τους οποίους η ιστορία είναι εχθρική, που δεν κινούνται οι ίδιοι, αλλά κάποιοι άλλοι τους κινούν, τους μετακινούν, τους διώχνουν, που βρίσκονται ξαφνικά σε άλλες θέσεις, που φέρνουν τον ένα ενάντια στο άλλον».
(Βλέπε εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», Κυριακή 13.10.1996, Συνέντευξη με τον Θ. Λάλα).

30.a

Ο Γεώργιος Βεράνης γεννημένος το 1912 στο Δοξάτο Δράμας, απόφοιτος δημοτικού, καπνοπαραγωγός και κουρέας στο επάγγελμα, παντρεμένος από τις αρχές του 1938 με την Βασιλική (Κούλα) κόρη του Αθανασίου Στεφάνου από τη Χωριστή και πατέρας ενός αγοριού (Σάκης) που γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1938, βρέθηκε ξαφνικά στο μέτωπο της Αλβανίας να πολεμά τους Ιταλούς που επιβουλεύτηκαν την ακεραιότητα της πατρίδας του.

Μέσα στους πάγους και στα χιόνια, στην πείνα, στη στέρηση, στον φόβο και στις βόμβες από τα ιταλικά αεροπλάνα είχε την πρόνοια, χωρίς να είναι ούτε ιστορικός αλλά ούτε και συγγραφέας, να καταγράφει καθημερινά με μολύβι πάνω σε κάτι στρατιωτικά φυλλάδια ό, τι ζούσε και ό, τι ένοιωθε. Έτσι μας παρέδωσε μια ιστορία γραμμένη «από πρώτο χέρι» με μια προοπτική από κάτω προς τα πάνω.

Το ημερολόγιό του που από την πολυκαιρία έγινε αρκετά δυσανάγνωστο αποτελείται από 112 πυκνογραμμένες σελίδες που καλύπτουν κυρίως τη ζωή του στο μέτωπο της Αλβανίας από τις αρχές Νοεμβρίου 1940 μέχρι το Φεβρουάριο του 1941. (Υπηρέτησε σε ουλαμό ιππικού ως τηλεφωνητής).

Η σύζυγός του που ζει σήμερα στη Θεσσαλονίκηκη (ο ίδιος πέθανε το 1982) μου εμπιστεύτηκε το πολύτιμο αυτό οικογενειακό κειμήλιο από το οποίο, με την ευκαιρία της ιστορικής επετείου και στη μνήμη όσων βίωσαν τη φρίκη του πολέμου εκείνου, παραθέτω ελάχιστα αποσπάσματά του.

Η επέμβασή μου στα κείμενα κατά τη μεταγραφή έγινε μόνον ως προς την ορθογραφία και τα σημεία στίξης.

Προς το μέτωπο

... Το πρωί ξεκινήσαμε νύχτα. Φθάσαμε σ' ένα χωριό εγκαταλελειμμένο όπου διέμενε η 11η Μεραρχία. Πιάσαμε έναν απότομο λόφο. Στα μισό του λόφου μας άρχισε ένα χιονόνερο που σε λίγο άρχισε πυκνό χιόνι. Σε μια ώρα δεν έβλεπες ούτε δρόμο, ούτε τίποτα. Αποτέλεσμα ήταν να χάσουμε το δρόμο και να περιπλανηθούμε στα βουνά. Μπροστά μας απλώνεται γκρεμός, δίπλα μας πανύψηλα βουνά. Δεν είμαστε ούτε για πίσω, ούτε για μπροστά. Οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να κάνουν. Εν τω μεταξύ πλησιάζει και η νύχτα. Ευτυχώς που ο ανθυπίλαρχος Σκαλέος που προπορεύθηκε, βρήκε ένα μονοπάτι. Έπρεπε όμως να περάσουμε το γκρεμό που ήταν πολύ απότομος και στο βάθος περνούσε ένα ποτάμι. Το πήραμε απόφαση. Όσα άλογα κατορθώσουν να περάσουν, πέρασαν. Το δικό μου πέρασε σαν γίδα και δεν έπαθε τίποτα.

Πριν ακόμη νυχτώσει είδαμε μπροστά μας 13 χωριά τα οποία είναι κοντά-κοντά σαν τα Κύρια. Έχουν λίγο πεδιάδα που τα διασχίζει ένας ποταμός.

Περνά δε και ένας καλός δρόμος που ενώνει την Αλβανία με την Ελλάδα. Φθάσαμε σ' ένα χωριό που λέγεται Χρύσοβα. Μπαίνοντας βλέπεις πρώτα την εκκλησία τους και καταλαβαίνεις ότι κατοικείται από χριστιανούς Αλβανούς. Κάναμε μια μικρή στάση και ξεκινήσαμε να πάμε στο παρακάτω χωριό που λέγεται Σκαραβότ. Επειδή είχε πολύ στρατό προχωρήσαμε σε άλλο χωριό λεγόμενο Κύνα. Εκεί μας βρήκε η νύχτα.

Βρεγμένοι, πεινασμένοι, κουρασμένοι κάναμε αντίσκηνα και ανάψαμε φωτιές για να στεγνώσουμε. Όλη τη νύχτα στεγνώναμε τα ρούχα μας. Κοιμηθήκαμε κανά δυο ώρες. Το πρωί ξυπνήσαμε με την ελπίδα να έχει ρόφημα. Αλλά δεν είχε τίποτα. Κατά τας δέκα σελώσαμε και ξεκινήσαμε. Κατά μήκος του δρόμου όλοι λέγαμε ότι πάμε για την Κορυτσά, αλλά μόλις κάναμε λίγα χιλιόμετρα ένας αγγελιοφόρος έφερε μια διαταγή και αλλάξαμε κατεύθυνση. Πήγαμε στο χωριό Βόνιτσα. Το χωριό κατοικείται από Αλβανούς. Περπατούσαμε όλη την ημέρα. Το βράδυ φθάσαμε σε δασώδες μέρος. Βουνά με πανύψηλα δέντρα.

Στο μέτωπο 27.11.40

Εκεί βρήκαμε πυροβολικό, ιππικό της Θεσσαλονίκης (της Λαρίσης) και πεζικό. Μόλις σταθήκαμε αμέσως δόθηκε διαταγή να ετοιμαστούν οι άνδρες για πεζομαχία. Είχαμε φθάσει πλέον στο μέτωπο που υπήρχε εχθρός. Αμέσως έφυγε η 2α ίλη και πολλοί άνδρες της ομάδας διοικήσεως. Εμείς πήγαμε παρακάτω και περιμέναμε να επιστρέφουν. Αυτοί που πήγαν τρέξανε τόσο πρόθυμα που αν τους έβλεπε κανείς θα ενόμιζε ότι πιο κάτω δίνουν κουραμάνα!

Εγώ έμεινα ως ιπποφύλαξ. Βάλανε καζάνι για να βράσουν μακαρόνια, αλλά δεν υπάρχει ούτε βούτυρο, ούτε λάδι, ούτε άλας. Το βράδυ γύρισαν τα παιδιά από τη μάχη και ρίχτηκαν στα μακαρόνια. Εγώ τα έδωσα σε έναν του πεζικού και μου έδωσε δύο τσιγάρα.

Μέτωπον 28 Νοεμβρίου 1940

Το πρωί έφυγε και η πρώτη ύλη για τη μάχη. Η μάχη γίνεται στον Τρίλοφο λόφο. Ένα μέρος σαν να είναι τεχνητό οχυρό, τραυματίστηκαν δυο παιδιά και σκοτώθηκε ένας λοχίας. 30 μέτρα από μας έσκασε μια οβίδα ιταλική. Σε λίγο πιο κοντά μας ήρθε και άλλη και άλλη. Μας βρήκαν στόχο και μας έκαναν σμπαράλι. Πέσαμε σε μια πλαγιά. Οι οβίδες συνεχίστηκαν σχεδόν 15 λεπτά. Μετά στάθηκαν. Βγήκαμε σιγά-σιγά. Πήραμε τα άλογα τα οποία σκόρπισαν εδώ και εκεί και φύγαμε πιο πίσω, όπου έμεινε η ταξιαρχία. Ευτυχώς κανένας δεν έπαθε τίποτα. Μόνο ένας του πεζικού τραυματίστηκε στον κώλο σοβαρά.

... Μόλις καθίσαμε και πέρασαν κανά δυο ώρες θυμηθήκαμε την πείνα. Κάποιος φίλος είχε λίγο κριθάρι. Το καβουρδίσαμε και φάγαμε. Μια άλλη ίλη είχε κρέας βραστό. Χώθηκα και πήρα. Ή μάλλον με πήρε ένα παιδί από την Τσατάλτζα (Χωριστή) ονόματι Κιρίκης και φάγαμε λιγάκι.

Δε με έφθανε η δική μου πείνα είχα και τον Καρατζόγλου. Με στεναχωρούσε. Όταν έβρισκα μια βουκιά έπρεπε να δώσω και σε κείνον τη μισή. Κάποια στιγμή ήρθε κοντά μου και μου λέγει: «Θα τρελαθώ. Πεινώ πολύ. Έχω 100 δρχ. Τις δίνω για να μου δώσουν μια φέτα ψωμί».

Θύμωσα που δεν κοίταζε να βρει τίποτα να ξεγελάσει τον εαυτό του. Τον πήρα από το χέρι, βρήκα ποιός έχει ψωμί και ζήτησα ένα κομματάκι και του το έδωσα. Δηλαδή θέλω να πω ότι έχει και παιδιά στον πόλεμο. Το βράδυ πήγαμε σε έναν λόφο πίσω. Κάναμε αντίσκηνα και κοιμηθήκαμε σαν τους λαγούς.

Κακόζε Τρίτη 10.12.40

... Απόψε, όπως και κάθε βράδυ, έβγαλα τη φωτογραφία του γιού μου καθώς και ο επιλοχίας οπλοδιορθωτής Παπαδόπουλος Συμεών που έχει μια κόρη στην ίδια ηλικία με το Σάκη και συμπεθεριάσαμε...

Τετάρτη 11.12.40

... Σήμερα περάσαμε μια στενάχωρη ημέρα. Χίλια μέτρα πιο κάτω από εμάς γίνεται μεγάλη μάχη. Ένα ύψωμα το πήραμε και μας το πήραν 3 φορές. Κατά το βράδυ μας ήλθαν εδώ στο Κακόζε περί τους 30 τραυματίες. Γύρω το κανονίδι εξακολουθεί. Γίνεται μάχη. Η ώρα είναι 12 (νυχτερινή) και ακόμη μάχονται. Άρχισε πολλή βροχή. Βροντές και αστραπές.

Σάββατο 14.12.40

... Σήμερα κάναμε τηλεφωνική γραμμή με την Ταξιαρχία. Φαίνεται ότι θα μείνουμε πολλές μέρες εδώ στο Κακόζε. Αποφασίσαμε να αγοράσουμε ένα κατσίκι και να το κάνουμε σούβλα. Καταθέσαμε από 17 δρχ. και το πήραμε από τους Αλβανούς. Η παρέα μας αποτελείται από τον Δεκανέα, μόνιμο σαγματοποιόν κλάσεως του 17 Βαμβακάν Αθανάσιον, από τον επιλοχία οπλοδιορθωτήν Σίμον Παπαδόπουλον από την Πρέσπα, από τον Κώστα Δήμου από την Δράμα, από τον Νίκο Κυνατίδη τσαγγάρην από Θεσσαλονίκη, από τον Κώστα Κοτζιακάρην από την Πόρνα (Γάζωρον Σερρών) από τον Κουτούσην και Αλευράν Θεσσαλονίκην και από τον φίλον Χαράλαμπον Τέκον από την Κομοτηνή. Το κατσικάκι το ψήσαμε μέσα στην αχυρώνα αλλά βιασθήκαμε και σε μερικά μέρη ήταν άψητο. Τα συκώτια τα έκαμε κοκορέτσι. Ήταν μια από τις καλές νύχτες της Αλβανίας. Μας έπιασε μερικούς κόψιμο.

Κυριακή 15.12.40

Ξυπνήσαμε στις 7. Ριχθήκαμε στα καλαμπόκια. Φάγαμε καλαμπόκια και κρεμμύδια. Εψές ήλθαν τα άλογά μας έξω από την καλύβα και τρώγανε τη στέγη που είναι από σίκαλη. Ο επιλοχίας μας κοιμόταν στην άκρη και κόντεψε να του δαγκώσουν τα πόδια του. 8 μέρες κυλιόμαστε μέσα στα άχυρα χωρίς να κάνουμε τίποτα. Εμείς είμαστε εφεδρεία. Σήμερα όμως θα γίνει επίθεση. Αυτή την φορά το παράκαναν οι Ιταλοί. Πουθενά δεν αργήσαμε τόσο, όσο εδώ. Εψές ακούσαμε ότι γίνεται κίνημα στην Ιταλία εναντίον του Μουσολίνι, ότι στην Αίγυπτο οι Άγγλοι συνέλαβαν 5 στρατηγούς και δέκα χιλιάδες στρατό.

Τετάρτη 18.12.40

... Σήμερα έπλυνα τα χέρια μου και το πρόσωπο. Έχω δέκα μέρες να πλυθώ. Έχουμε ψείρα άφθονη. Περισσότερο ο επιλοχίας Παπαδόπουλος και ο Τέκος. Και να ήταν μόνο αυτό. Κρύο, πείνα, οβίδες, βόμβες, λέρα και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς. Αλλά ο Θεός είναι μεγάλος. Έχουμε γίνει από σίδηρο και αντέχουμε...

Πέμπτη 19.12.40

... Σήμερα είναι μία ημέρα από τις σπάνιες του χειμώνα. Λιακάδα χρυσή. Το πρωί φοβηθήκαμε μην έλθουν αεροπλάνα, αλλά είναι η ώρα 2 και δεν πέρασε κανένα. Ούτε και στο μέτωπο δεν γίνεται τίποτα. Εάν φύγανε (οι Ιταλοί) από το μέτωπο αυτό είναι σπουδαίο πράγμα, διότι είναι το κυριότερο σημείο του κεντρικού μετώπου. Είναι το περιβόητο Τεπελέν και η Κλεισούρα. Μετά το συσσίτιο μας ειδοποίησαν ότι αύριον να είμεθα έτοιμοι. Στας 10 ακριβώς θα γίνει η εκκίνηση...

Παρασκευή 20.12.40

... Χαλάσαμε την άμοιρη καλύβα μας που τόσο μας εξυπηρέτησε. Τα παιδιά επειδή ξέρουν που γράφω το παρόν ημερολόγιο με παρακάλεσαν να μου δώσουν τη σύστασή τους και εάν γυρίσουμε στην πατρίδα μας με το καλό να τους στείλω από ένα αντίτυπο για ενθύμιον. Εγώ τους υποσχέθηκα όπου και να είναι θα τους βρω και θα τους στείλω. Ξεκινήσαμε από το Κακόζε στις 9:30 ακριβώς. Μάθαμε ότι επιστρέφουμε πίσω.

Στη συνέχεια περιγράφει όλες τις περιπέτειες που πέρασαν διασχίζοντας τα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας μέχρι να φτάσουν στην περιοχή της Κορυτσάς. Μια περιγραφή γεμάτη ρεαλισμό ηρωισμό αλλά και λυρισμό, θα τελειώσω με την επίσκεψή του στην Κορυτσά.

Κυριακή 19 Ιανουάριου 1941

... Είδαμε όλη την κεντρική Κορυτσά. Μετά αποφασίσαμε να πάμε και στον συνοικισμό που βομβάρδισαν τα ιταλικά αεροπλάνα στις 6 Ιανουαρίου. Όταν φθάσαμε εκεί χωρίς να μας πούνε καταλάβαμε το τι έγινε. Σπίτια, μαγαζιά, δρόμοι, όλα γκρεμισμένα. Πιο μακριά αυτά που δεν πέσαν μέσα στα σπίτια δεν έμεινε τίποτα. Πιάτα, τζάμια, ντουλάπες, καθρέπτες, ταβάνια, όλα ρημάξανε. Μετά πήγαμε και στην Μητρόπολη. Είναι μία εκκλησία πελώρια γοτθικού ρυθμού με τρεις θόλους. Πήγαμε μέσα. Η εικόνα που παρουσίαζε ήταν λυπηρή. Η βόμβα έπεσε ακριβώς στον τρούλο. Πέσανε όλα. Εικόνες, πολυέλαιοι κλπ. Το άξιο του θαύματος είναι ότι στο μεσαίο θόλο ήταν η εικόνα του Παντοκράτορα η οποία έμεινε άθικτη. Ούτε η παραμικρή μπογιά έφυγε. Βγήκαμε μετά αφού ανάψαμε κερί και χαιρετήσαμε τη Μεγαλόχαρη παρακαλώντας να μας βοηθήσει στον τίμιο και ιερό αγώνα μας.

Γεώργιος Βεράνης

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 7 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή