μενού

Οι σφαγές του Δοξάτου

Υλικό από το Κέντρο Κέντρο Προσφυγικής Μνήμης του Αγίου Αθανασίου

Εισαγωγή

Η νεότερη και σύγχρονη ιστορία του σημερινού Δήμου Δοξάτου σημαδεύτηκε από τα δραματικά γεγονότα στις τρεις σύντομες αλλά βίαιες περιόδους βουλγαρικής κατοχής.
Η πρώτη περίοδος (1912-1913) προηγήθηκε της απελευθέρωσης της περιοχής από τον ελληνικό στρατό και σημαδεύτηκε από την καταστροφή του Δοξάτου στις 30 Ιουνίου 1913.
Η δεύτερη περίοδος (1916-1918) ήταν εξίσου σκληρή και χαρακτηρίστηκε από τη βίαιη μεταφορά του ανδρικού χριστιανικού πληθυσμού σε καταναγκαστικά έργα στη Βουλγαρία και την πείνα που προκάλεσε μεγάλο αριθμό θανάτων στα όρια του σημερινού Δήμου Δοξάτου.
Η τρίτη περίοδος (1941-1944) χαράχτηκε στη μνήμη των κατοίκων για τα σκληρά αντίποινα σε βάρος των κατοίκων του Δοξάτου και των Κυργίων τον Σεπτέμβριο του 1941, αμέσως μετά την εκδήλωση ένοπλων επιθέσεων εναντίον βουλγαρικών στόχων από τον Χαμαλίδη και τους άντρες του.

Η αφετηρία της ελληνοβουλγαρικής αντιπαράθεσης

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ρωσία επιχείρησε να προκαλέσει την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των υπόδουλων Σλάβων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1870, με σουλτανικό φιρμάνι, ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία (αυτόνομη βουλγαρική Εκκλησία) παρά τη διαφωνία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σύμφωνα με το φιρμάνι, αν τα 2/3 τουλάχιστον των ορθόδοξων κατοίκων μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας εκδήλωναν την επιθυμία να υπαχθούν στη βουλγαρική Εκκλησία, τότε η επαρχία αυτή θα μπορούσε να αποσπασθεί από τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Η συγκεκριμένη διάταξη έγινε αφορμή για τη διείσδυση της βουλγαρικής προπαγάνδας σε σλαβόφωνα χριστιανικά χωριά της Δράμας που ήταν μέχρι τότε πιστά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Απώτερος στόχος ήταν η ειρηνική ή βίαιη προσχώρηση των κατοίκων όχι μόνο στη βουλγαρική Εκκλησία αλλά και στη Μεγάλη Ιδέα για τη δημιουργία βουλγαρικού κράτους μέχρι τα παράλια του Αιγαίου Πελάγους. Το φιλόδοξο σχέδιο για τη ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας προβλεπόταν στη ρωσοτουρκική συμφωνία του Αγίου Στεφάνου (1878), η οποία δεν έγινε τελικά αποδεκτή από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής.
Η παρουσία των πατριαρχικών στα σλαβόφωνα χωριά και του συμπαγούς ελληνόφωνου πληθυσμού στην πόλη της Δράμας και στην ύπαιθρο, όπως στο Δοξάτο, στην Τσατάλτζα (Χωριστή), στο Εδίρνετζικ (Αδριανή), στην Προσοτσάνη ήταν εμπόδιο στα βουλγαρικά επεκτατικά σχέδια.

Το αποτυχημένο σχέδιο για τη σφαγή των χριστιανών του Δοξάτου

Μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), που οδήγησε στο σχίσμα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1872), η αποστολή Βούλγαρων κληρικών και δασκάλων, όπως και η ίδρυση βουλγαρικών εκκλησιών σε ορισμένα σλαβόφωνα χωριά της Δράμας, προκάλεσε την αντίδραση της Μητρόπολης Δράμας και του ελληνικού υποπροξενείου Καβάλας. Εκτός από την ενίσχυση της εκκλησιαστικής οργάνωσης και της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης των σλαβόφωνων που ήταν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην ενίσχυση του ελληνικού πληθυσμού στην ύπαιθρο, όπως στο Δοξάτο. Η εκπαιδευτική και πολιτιστική οργάνωση των Ελλήνων, οι οποίοι άρχισαν να ευημερούν χάρη στην καλλιέργεια και την εμπορία του καπνού, θα ενίσχυε την αφύπνιση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων και θα λειτουργούσε σαν εμπόδιο στα βουλγαρικά σχέδια.
Αυτήν την ταραγμένη εποχή το Δοξάτο αντιμετώπισε, για πρώτη φορά, τον κίνδυνο της καταστροφής. Το 1876, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Ανατολικής Κρίσης (1875-1878), όταν οι υπόδουλοι βαλκανικοί λαοί επαναστάτησαν εναντίον των Οθωμανών, υπήρχε προμελετημένο σχέδιο για τη σφαγή των χριστιανών του Δοξάτου από τους εξαγριωμένους Μουσουλμάνους της περιοχής και ομόθρησκους πρόσφυγες από τη βαλκανική ενδοχώρα. Η σφαγή ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή με εντολή της οθωμανικής διοίκησης.

Το Δοξάτο και τα «χρυσά» φύλλα του καπνού

Η καλλιέργεια του καπνού στη Δράμα άρχισε περίπου το 1775 και απέκτησε σημασία για τις διεθνείς αγορές, εξαιτίας της υψηλής ποιότητάς του, γύρω στο 1840. Από το 1883 το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής εξάγεται από το λιμάνι της Καβάλας προς την Ευρώπη και την Αίγυπτο. Από το 1902-1903 η ραγδαία αύξηση της ζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Ευρώπη προκάλεσε απότομη αύξηση της παραγωγής καπνού, των τιμών παραγωγού-εμπόρων και των ημερομισθίων των χιλιάδων εργατών στις καπναποθήκες. Η τελευταία δεκαετία της οθωμανικής κυριαρχίας (1903-1912) ήταν μια χρυσή εποχή για την τοπική οικονομία.
Στα όρια του σημερινού δήμου Δοξάτου υπήρχαν δύο από τις σημαντικότερες περιοχές καλλιέργειας καπνού της ποικιλίας «Μπασμά»: η περιοχή Κιρ (από την τουρκική ονομασία των Κυργίων) ή Κιουτσούκ Μαχαλά και η περιοχή Δοξάτου-Χωριστής-Αδριανής.
Οι κάτοικοι του Δοξάτου φημίζονταν για την προσεκτική καλλιέργεια του καπνού και την επιδεξιότητά τους κατά την επεξεργασία του πριν από την παράδοση της παραγωγής στον έμπορο. Ο καπνός του Δοξάτου είχε εξαιρετικό χρώμα και υφή, ενώ τα δέματα συσκευασίας θεωρούνταν μικρά καλλιτεχνήματα. Η παραγωγή της κωμόπολης εξάγονταν κυρίως στην Ευρώπη.

Ο κόσμος του καπνού στο Δοξάτο

Όταν η καλλιέργεια του καπνού γνώρισε εντυπωσιακή αύξηση (1903-1912), η παραγωγή στον κάμπο του Δοξάτου ήταν πλούσια και ανερχόταν σε 650.000 έως 750.000 κιλά κάθε χρόνο. Η αξία της υπολογίζεται σε 3.000.000 δραχμές εκείνης της εποχής. Ένα μέρος των χρημάτων κατέληγε με τη μορφή φόρων στο δημόσιο οθωμανικό ταμείο (περίπου το 12%). Κάθε χρόνο οι παραγωγοί δανείζονταν 40.000 οθωμανικές λίρες από τις τράπεζες και τα χρήματα επιστρέφονταν μαζί με τους τόκους μετά την πώληση των καπνών. Παρά τα έξοδα και τους φόρους οι παραγωγοί του Δοξάτου εξασφάλιζαν ικανοποιητικό εισόδημα.
Αρκετοί Δοξατινοί εργάζονταν παράλληλα στις καπναποθήκες της Δράμας και της Καβάλας κερδίζοντας ικανοποιητικά ημερομίσθια, αν και οι συνθήκες εργασίας ήταν εξαιρετικά δύσκολες (πολλές ώρες καθημερινής εργασίας, ανθυγιεινές συνθήκες, ελάχιστα δικαιώματα).
Από την κατηγορία των εμπορευόμενων και των παραγωγών στο Δοξάτο, αναδείχτηκε μια ομάδα μεσιτών και καπνεμπόρων που κέρδιζαν αρκετά χρήματα από το καπνεμπόριο. Η παρουσία των ντόπιων μεσιτών και καπνεμπόρων ήταν απαραίτητη για τις ευρωπαϊκές εταιρείες καπνού (τους αγοραστές), καθώς οι πρώτοι γνώριζαν τα μυστικά της παραγωγής και της επεξεργασίας του πολύτιμου προϊόντος και εξασφάλιζαν τις καλύτερες σοδιές για τις εταιρείες.

Η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Δοξάτου

Στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα (1667), ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί χαρακτήρισε το Δοξάτο «μια παραμυθένια πολιτεία του καζά της Δράμας στην πεδιάδα τη γεμάτη αμπέλια...με καλοφτιαγμένα οικοδομήματα». Στις αρχές του 20ού αι., Έλληνες και ξένοι επισκέπτες δήλωναν εξίσου εντυπωσιασμένοι από το Δοξάτο. Πριν από το 1913 είχε «όψιν πόλεως» εξαιτίας των καλαίσθητων σπιτιών και κατείχε «την πρώτην μετά την Δράμαν εν τω τμήματι τούτων θέσιν» (εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», 4.9.1904).
Αν και η κωμόπολη είχε μικτό πληθυσμό, η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Δοξάτου ήταν μεγαλύτερη, πιο οργανωμένη και πλουσιότερη από τη μουσουλμανική. Κύριο γνώρισμα των Ελλήνων ήταν η αγάπη για τα γράμματα και την πρόοδο.
Η Κοινότητα λειτουργούσε αρρεναγωγείο από το 1876 και παρθεναγωγείο μαζί με νηπιαγωγείο από το 1878. Στο Δοξάτο υπήρχαν ακόμη η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα «Οι Φίλιπποι» (1874), που διατηρούσε αναγνωστήριο και φιλαρμονική σε τριώροφο κτίριο, η «Αρχαιολογική Εταιρεία» (1879) για τη διάσωση των αρχαιοτήτων, «Η Ένωσις» που διοργάνωνε σχολικούς γυμναστικούς αγώνες από το 1907-1908, η «Φιλόπτωχος Αδελφότης των Παρεπιδημούντων» (πριν από το 1909). Το δίκτυο σωματείων ήταν απόδειξη του φιλοπρόοδου πνεύματος των Ελλήνων κατοίκων.
Στις αρχές του 20ού αι., η Κοινότητα έχτισε με δικές της δαπάνες (5.000 οθωμανικές λίρες) νέα εκπαιδευτήρια που έφεραν τη σφραγίδα του σπουδαίου Αυστριακού αρχιτέκτονα Κόνραντ Φον Βίλας. Το κτίριο λειτούργησε για πρώτη φορά το 1910 στεγάζοντας το αρρεναγωγείο και το παρθεναγωγείο της κοινότητας.

Δοξατινοί στον Μακεδονικό Αγώνα

Η ευημερία του τόπου από την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού προσέλκυσε τους οπαδούς της βουλγαρικής Εξαρχείας παρά την απουσία σλαβόφωνων πληθυσμών στο νότιο τμήμα της πεδιάδας της Δράμας. Η ελληνική αντίδραση στην τρομοκρατική δράση των κομιτατζήδων σε βάρος των Ελλήνων της Δράμας άρχισε να οργανώνεται το 1902 από τον νέο Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη (τον μετέπειτα Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης) και τον βοηθό του αρχιδιάκονο Θεμιστοκλή Χατζησταύρου. Η αντίδραση έλαβε τη μορφή ένοπλου αγώνα, με τοπικές επιτροπές άμυνας στις πόλεις και στα χωριά κατά την περίοδο της λεγόμενης ελληνικής αντεπίθεσης στη Μακεδονία (1905-1906).
Στην περιοχή της Δράμας και της Καβάλας, η αντεπίθεση ξεκινά αμέσως μετά την τοποθέτηση του σημαιοφόρου του Πολεμικού Ναυτικού Στυλιανού Μαυρομιχάλη στο ελληνικό υποπροξενείο της Καβάλας. Ο Μαυρομιχάλης ανέλαβε τη διεύθυνση του λεγόμενου Εθνικού Κέντρου Καβάλας, το οποίο είχε την ευθύνη για την οργάνωση και τον συντονισμό όλων των μυημένων στον Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Δράμας.
Στο Δοξάτο, με την πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων, οργανώθηκε επιτροπή άμυνας και ομάδα κρούσης για δυναμικές ενέργειες εναντίον των κομιτατζήδων. Μεταξύ των μυημένων κατοίκων ξεχώρισε ο Θεόδωρος Τζίμος για το απαράμιλλο θάρρος και τη γενναιότητά του στον ένοπλο αγώνα. Ένας άλλος Δοξατινός, ο Δημήτριος Κομίτης, ήταν μέλος του ανταρτικού σώματος του Μακεδονομάχου ανθυπολοχαγού Κωνσταντίνου Νταή (καπετάν Τσάρα), ο οποίος έδρασε στην περιοχή του Παγγαίου (1907-1908). Ο Θεόδωρος Τζήμος συνελήφθη και υπέστη μαρτυρικό θάνατο στην πρώτη βουλγαρική κατοχή (1912-1913).

Το χρονικό της σφαγής στο Δοξάτο (1913)

Η περιοχή της Δράμας πέρασε στην κατοχή της Βουλγαρίας στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου και την παραίτηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα βαλκανικά εδάφη της (30 Μαΐου 1913), η Βουλγαρία επιχείρησε να αιφνιδιάσει τους πρώην συμμάχους της, την Ελλάδα και τη Σερβία, και να κατοχυρώσει τα παραπάνω εδάφη. Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος ήταν μια εξαιρετικά σύντομη αλλά και βίαιη σύγκρουση μεταξύ των πρώην συμμάχων του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (16 Ιουνίου-18 Ιουλίου 1913).
Στις 29 Ιουνίου 1913 (παλαιό ημερ.), μικρή δύναμη Ελλήνων ατάκτων που βρέθηκε στο Δοξάτο επιτέθηκε σε Βούλγαρους στρατιώτες κατά την υποχώρησή τους από την Καβάλα. Το πρωί της Κυριακής 30 Ιουνίου, δύναμη 120 ανδρών του βουλγαρικού ιππικού, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Μπάρνεφ (ή Μπίρνεφ) και την υποστήριξη δύο λόχων πεζικού και τεσσάρων πολυβόλων, περικύκλωσε την κωμόπολη του Δοξάτου.
Οι Έλληνες κάτοικοι ήταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου για τη γιορτή των Δώδεκα Αποστόλων. Πληροφορούμενοι τις κινήσεις του βουλγαρικού στρατού, άλλοι κατέφυγαν πανικόβλητοι σε σπίτια και άλλοι κατευθύνθηκαν προς τους αγρούς και γειτονικά χωριά. Αρχικά τα πυροβόλα έβαλλαν με τουλάχιστον 50 οβίδες εναντίον της ελληνικής συνοικίας του Δοξάτου και στη συνέχεια το ιππικό επιτέθηκε στους αλλόφρονες κατοίκους γύρω από την κωμόπολη με σκοπό να τους εξοντώσει και όχι να τους συλλάβει. Ταυτόχρονα, το πεζικό ανέλαβε εκκαθαριστική επιχείρηση στο Δοξάτο δολοφονώντας αδιακρίτως και διαρπάζοντας χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα από τα θύματα. Από τις 8.30 το πρωί της ίδιας ημέρας άρχισε η πυρπόληση της ελληνικής συνοικίας και ο βουλγαρικός στρατός αποχώρησε το απόγευμα της ίδιας ημέρας.
Η καταστροφή ολοκληρώθηκε με τη δολοφονία Ελλήνων του Δοξάτου και τη λεηλασία των περιουσιών τους από Τούρκους κατοίκους της κωμόπολης και των γύρω μουσουλμανικών χωριών.

Ο απολογισμός της καταστροφής του Δοξάτου

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ελληνικών αρχών, 240 σπίτια, 80 καταστήματα και 10 αποθήκες καπνού, όλα ελληνικής ιδιοκτησίας, καταστράφηκαν από την πυρκαγιά. Γλίτωσαν 40 περίπου ελληνικά σπίτια τα οποία γειτνίαζαν με την τουρκική συνοικία. Οι ζημίες από την πυρκαγιά υπολογίζονταν σε 14-15.000.000 γαλλικά φράγκα. Οι ανθρώπινες απώλειες ανέρχονταν σε περίπου 500 θύματα, τα περισσότερα από τα οποία δολοφονήθηκαν με άγριο τρόπο. Ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες και μεγάλος αριθμός τραυματιών όλων των ηλικιών νοσηλευόταν στο νοσοκομείο της Δράμας με τραύματα από ξίφη, όπλα και θραύσματα οβίδων. Άγνωστος αριθμός γυναικών βιάστηκε από Βούλγαρους στρατιώτες. Ένας μικρός αριθμός θυμάτων καταγράφτηκε στη γειτονική Μπόργιανη (σημ. Άγιο Αθανάσιο), ενώ καταστράφηκαν και 10 ελληνικά σπίτια. Σύμφωνα με τους κατοίκους του Δοξάτου, οι Βούλγαροι και οι Τούρκοι άρπαξαν τουλάχιστον 25.000 οθωμανικές λίρες σε μετρητά, καθώς είχε προηγηθεί η πώληση των καπνών. Οι ψυχρές εκθέσεις των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών ήταν αδύνατο να καταγράψουν τον πόνο και τα ψυχικά τραύματα των διασωθέντων από την ακατανόητη σφαγή των αθώων κατοίκων.

Η διάσωση κατοίκων του Δοξάτου από Μουσουλμάνους

Οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι κάτοικοι του Δοξάτου συμμετείχαν ή παρακολουθούσαν από απόσταση τη σφαγή και τη λεηλασία της περιουσίας των Ελλήνων. Αντίθετα, οι αδερφοί Ομέρ και Χαφούζ Σαλήχ και οι αδερφοί Ποπλιάκ και Χασάν Μουσταφά προστάτευσαν εκατοντάδες Έλληνες διακινδυνεύοντας τη ζωή τους μπροστά στο μένος των Βούλγαρων στρατιωτών και των Μουσουλμάνων συγχωριανών τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες και επίσημες αναφορές, οι αδερφοί Σαλήχ διέσωσαν περίπου 160 Έλληνες του Δοξάτου και οι αδερφοί Μουσταφά περισσότερους από 100 Έλληνες. Μετά την καταστροφή του Δοξάτου, οι κάτοικοι προστάτευσαν τους παραπάνω Μουσουλμάνους από πράξεις αντεκδίκησης των πρώτων Ελλήνων στρατιωτών που απελευθέρωσαν την κωμόπολη. Από τους πρώην Μουσουλμάνους κατοίκους, μόνον οι αδερφοί Σαλήχ και οι αδερφοί Μουσταφά παρέμειναν στο Δοξάτο μετά την καταστροφή του 1913 διατηρώντας την ακίνητη και κινητή περιουσία τους.

Ο ελληνικός και διεθνής αντίκτυπος της καταστροφής του Δοξάτου

Η καταστροφή του Δοξάτου προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση και η κωμόπολη θεωρήθηκε αμέσως εθνικό σύμβολο στον αγώνα των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας για την απελευθέρωση, σύμφωνα με τον Δοξατινό καθηγητή ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ευάνθη Χατζηβασιλείου. Επίσης, αυτή η τραγωδία προκάλεσε το διεθνές ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των βιαιοτήτων εναντίον αμάχων στους Βαλκανικούς Πολέμους.
Το ενδιαφέρον οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις φωτογραφίες ξένων παρατηρητών, όπως του Άγγλου πλοιάρχου Κάρντεηλ και του Γάλλου δημοσιογράφου Ρενέ Πυώ, οι οποίοι βρέθηκαν στο Δοξάτο και δημοσίευσαν φωτογραφίες των θυμάτων και της κατεστραμμένης κωμόπολης στον ελληνικό και διεθνή Τύπο, όπως στα γαλλικά έντυπα Excelsior και L'Illustration και στην αγγλική Illustrated London News. Οι εικόνες της καταστροφής του Δοξάτου πέρασαν γρήγορα και σε εφημερίδες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προκαλώντας παγκόσμια συγκίνηση.
Σύμφωνα με τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου, «οι φωτογραφίες από την κωμόπολη του Δοξάτου αποτελούν καμπή στην ιστορία της διεθνούς πολεμικής ανταπόκρισης. Πρόκειται για την πρώτη γνωστή περίπτωση κατά την οποία διεθνείς ανταποκριτές και φωτογράφοι μπήκαν σε μια πόλη αμέσως μετά την καταστροφή της. Οι φωτογραφίες, επομένως, μάρτυρες αδιάψευστοι μιας έως τότε ανήκουστης τραγωδίας που διαφορετικά ίσως να μην γινόταν κατανοητή από την κοινή γνώμη, έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην ανάδειξη του μαρτυρικού χαρακτήρα του Δοξάτου τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό».

Ο «ελληνοβουλγαρικός πόλεμος» για τις ευθύνες της καταστροφής

Η καταστροφή του Δοξάτου, των Σερρών και της Νιγρίτας προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση και παγκόσμια αίσθηση. Μεγάλα συλλαλητήρια οργανώθηκαν σε ελληνικές πόλεις, ενώ η ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε στις Μεγάλες Δυνάμεις για τις βουλγαρικές ακρότητες. Η βουλγαρική κυβέρνηση υπεραμύνθηκε των πράξεων του στρατού, ισχυριζόμενη πως οι δυνάμεις του αντιμετώπισαν επιθέσεις ανταρτών και δεν προχώρησαν σε αντίποινα εναντίον αμάχων. Αντεπιτέθηκε στην ελληνική πλευρά παρουσιάζοντας δικό της κατάλογο με ελληνικές ακρότητες κατά τους βαλκανικούς πολέμους. Τόσο η ελληνική όσο και η βουλγαρική πλευρά επιδίωκε να προβάλλει το ζήτημα των πολεμικών ακροτήτων για να κατοχυρώσει οφέλη στις διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των νέων συνόρων με τη συνθήκη ειρήνης του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου 1913.

Η ώρα της Δικαιοσύνης

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση Βενιζέλου δεσμεύτηκαν για την άμεση απονομή δικαιοσύνης μετά την καταστροφή του Δοξάτου. Το έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε σε θάνατο έξι Βούλγαρους στρατιώτες για συμμετοχή στα γεγονότα. Ωστόσο, οι κύριοι υπεύθυνοι, οι αξιωματικοί του βουλγαρικού στρατού, διέφυγαν στη χώρα τους.
Στη Δράμα οι ελληνικές αρχές συνέλαβαν αρκετούς Μουσουλμάνους κατοίκους του Δοξάτου και τους οδήγησαν στη φυλακή. Η υπόθεση εκδικάστηκε αρκετές φορές σε δικαστήρια της Δράμας, της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης από το 1915 έως το 1923. Ωστόσο, παραλείψεις των ανακριτικών αρχών και πολιτικές παρεμβάσεις οδηγούσαν συνεχώς την εκδίκαση της υπόθεσης σε αναβολή.
Τον Μάιο του 1923, το Στρατοδικείο της Δράμας καταδίκασε 17 Μουσουλμάνους σε θάνατο, 4 άλλους σε 20ετή κάθειρξη ενώ απάλλαξε 2 από τις κατηγορίες. Ο επίλογος των δραματικών γεγονότων γράφτηκε δέκα χρόνια μετά την καταστροφή του Δοξάτου, με την εκτέλεση των 17 Μουσουλμάνων στη θέση Μπες-Τσινάρ (Πέντε Πλατάνια) έξω από το Δοξάτο στις 6π.μ. την Τρίτη 22 Μαΐου 1923. Στο ίδιο ακριβώς σημείο Βούλγαροι στρατιώτες είχαν μεταφέρει και δολοφονήσει άγρια Έλληνες του Δοξάτου το 1913.

Η δεύτερη βουλγαρική κατοχή (1916-1918) - Ομηρία και πείνα

Η δεύτερη βουλγαρική κατοχή στην περιοχή της Δράμας (Αύγ. 1916-Σεπτ. 1918) δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, καθώς συνδέεται με τις καταστροφικές συνέπειες του Εθνικού Διχασμού ανάμεσα στον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο και έγινε προσπάθεια αποσιώπησης της κατοχής και συγκάλυψης των ευθυνών της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.
Στο Δοξάτο οι Έλληνες κάτοικοι είχαν μόλις αρχίσει να συνέρχονται από την καταστροφή του 1913 χάρη στη συνέχιση της μεγάλης παραγωγής καπνού, στην εγκατάσταση Ελλήνων προσφύγων από τη βουλγαροκρατούμενη Θράκη (κυρίως από τον Κιρκά ή σημ. Κίρκη του Έβρου) και στη βοήθεια του ελληνικού κράτους.
Από την έναρξη της κατοχής οι βουλγαρικές αρχές έλαβαν μέτρα για την τρομοκράτηση των κατοίκων και τη λεηλασία των περιουσιών τους. Από τον Σεπτέμβριο του 1916 έως τον Ιούνιο του 1917, 701 άνδρες από το Δοξάτο εξορίστηκαν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας όπου εργάστηκαν κάτω από άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Τουλάχιστον 82 από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τις ασθένειες και τις κακουχίες. Στο Δοξάτο η απουσία του ανδρικού πληθυσμού, η λεηλασία της παραγωγής και της περιουσίας οδήγησε τους υπόλοιπους κατοίκους στη λιμοκτονία και προκάλεσε 200 θανάτους από την πείνα.
Οι νέες μεγάλες ανθρώπινες απώλειες στο ελληνικό στοιχείο αντιμετωπίστηκαν μερικά χρόνια αργότερα με την εγκατάσταση 10.500 προσφύγων από τη Θράκη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Μια νέα εποχή δημιουργίας ξεκινούσε για την πολύπαθη περιοχή.

Η τρίτη βουλγαρική κατοχή (1941-1944) και το ένοπλο κίνημα στην περιοχή

Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η περιοχή του Δήμου Δοξάτου κατελήφθη από τον βουλγαρικό στρατό και οι ελληνικές αρχές αντικαταστάθηκαν αμέσως από εκπροσώπους των αρχών κατοχής. Η Βουλγαρία εφάρμοσε συστηματικό και βίαιο πρόγραμμα εκβουλγαρισμού των κατοίκων προκειμένου να επιτύχει την αλλαγή των συνόρων στο τέλος του πολέμου σύμφωνα με τα παλαιά σχέδια της Μεγάλης Βουλγαρίας.
Μετά τον Απρίλιο του 1941, η συστηματική πολιτική καταπίεσης των Ελλήνων κατοίκων από τις βουλγαρικές αρχές προκάλεσε μεγάλο κύμα φυγής των κατοίκων στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα και τη συγκρότηση των πρώτων αντιστασιακών ομάδων στην περιοχή. Στο βουνό πάνω από τα Κύργια οργανώθηκε ομάδα 120 περίπου ενόπλων με πρωτοβουλία του ποντιακής καταγωγής Αλέκου Χαμαλίδη, γραμματέα του κομμουνιστικού κόμματος στη Δράμα. Σκοπός του αρχηγού τους ήταν η απελευθέρωση της περιοχής από τον κατακτητή. Η μικρή δύναμη του Χαμαλίδη, η έλλειψη στρατιωτικής εμπειρίας, ο φτωχός πολεμικός εξοπλισμός και η αποτυχία πρόκλησης λαϊκής εξέγερσης καθιστούσαν αδύνατη την επιτυχία του φιλόδοξου στόχου.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1941, οι άνδρες του Χαμαλίδη επιτέθηκαν ταυτόχρονα σε διάφορους στόχους στη Δράμα, στο Δοξάτο, στον Άγιο Αθανάσιο, στα Κύργια και σε άλλα χωριά. Εκτός από την εκτέλεση επιχειρήσεων σαμποτάζ, οι αντάρτες σκότωσαν Βούλγαρους κρατικούς υπαλλήλους και χωροφύλακες, όπως και ορισμένους Έλληνες συνεργάτες. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ισχυρές βουλγαρικές δυνάμεις απώθησαν τους αντάρτες στο βουνό και προχώρησαν σε μαζικά αντίποινα. Ύστερα από την καταδίωξη των ανταρτών και τα βουλγαρικά αντίποινα, το λεγόμενο κίνημα ή «επανάσταση» διαλύθηκε.
Στη μεταπολεμική περίοδο, η ένοπλη δράση του Χαμαλίδη το 1941 δίχασε τους ιστορικούς, τους ιστοριογράφους και την κοινή γνώμη όσον αφορά τον αυθόρμητο χαρακτήρα της κίνησης, τους πραγματικά υπεύθυνους και τις προθέσεις τους.

(Σημείωση: Για περισσότερα σχετικά, στην ενότητα Ιστορικές Μελέτες και Άρθρα - Για τα γεγονότα στην περιοχή μας τον Σεπτέμβριο του 1941, που έμειναν γνωστά ως "Σεπτεμβριανά").

Τα βουλγαρικά αντίποινα εναντίον των αμάχων

Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής απάντησαν στις ένοπλες επιθέσεις με σκληρά αντίποινα κυρίως εναντίον των ανυπεράσπιστων και αθώων αμάχων. Από τις 29 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Οκτωβρίου 1941, έγιναν ομαδικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών, βιασμοί γυναικών, συλλήψεις και βασανιστήρια στους νομούς της Δράμας (κυρίως), της Καβάλας και των Σερρών. Σύμφωνα με τους ιστορικούς ερευνητές Δημήτρη Πασχαλίδη και Τάσο Χατζηαναστασίου, τουλάχιστο 2.140 άνδρες και γυναικόπαιδα σε 102 πόλεις και χωριά έχασαν τη ζωή τους.
Στην τοπική ιστορία τα θλιβερά αυτά γεγονότα έμειναν γνωστά ως «οι σφαγές της Δράμας». Στα όρια του σημερινού δήμου Δοξάτου υπήρξαν 372 θύματα και αναφέρονται νεκροί σχεδόν σε όλα τα χωριά. Ομαδικές εκτελέσεις κατοίκων από τον βουλγαρικό στρατό έγιναν στο Δοξάτο με 200 θύματα και στα Κύργια με 144 θύματα (35 από αυτά στην ορεινή περιοχή «Καρά Ορμάν»). Άλλα 28 θύματα υπήρξαν στον Άγιο Αθανάσιο, στην Αγία Παρασκευή, στην Αγορά, στον Αίγειρο, στο Καλαμπάκι, στον Καλαμώνα, στο Κεφαλάρι, στον Νεροφράκτη και στη Φτελιά.
Η ελληνική πολιτεία αναγνώρισε το Δοξάτο ως μαρτυρική πόλη για τις θυσίες του στους αγώνες των Ελλήνων για την ελευθερία (1998), ενώ η γειτονική Βουλγαρία δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη από τους κατοίκους για την άδικη αιματοχυσία.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Δείτε επίσης

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 15 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή