μενού

Η πρώτη εκκλησία του χωριού μας στις αρχές του 20ου αιώνα

του Βασίλη Ριτζαλέου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βοϊράνη, τεύχος 29, έτος 1996


Στη διάρκεια της πρώτης βουλγαρικής κατοχής, από τον Οκτώβριο του 1912 ως τον Ιούνιο του 1913, θα πρέπει να αναζητήσουμε την ίδρυση της πρώτης οργανωμένης εκκλησίας στο χωριό μας.

Σημαντική πηγή για την εποχή αποτελεί το ημερολόγιο του τότε Μητροπολίτη Δράμας Αγαθαγγέλου, που παρουσιάζει τα γεγονότα στην πόλη και στα χωριά της περιφέρειας, μέχρι την απελευθέρωση της Δράμας από το βουλγαρικό ζυγό (την 1η Ιουλίου 1913).

26.a 

Γάμος μποροστά στην παλιά εκκλησία

Στις 16 Απριλίου 1913, ο Μητροπολίτης στέλνει επιστολή στον στρατιωτικό διοικητή Δράμας Γκίκωφ, τον μοναδικό εκπρόσωπο των Αρχών κατοχής που εκτιμά, για να αποτρέψει τη μετατροπή της μικρής χριστιανικής εκκλησίας του χωριού μας σε τζαμί.
Όπως έχει ήδη γραφεί στη «Βοϊράνη», την εποχή εκείνη, το χωριό αριθμούσε 700 περίπου άτομα, μεταξύ δε αυτών υπήρχαν και μερικοί έλληνες ηπειρώτες, άτομα βλάχικης καταγωγής, αθίγγανοι και λίγοι Αλβανοί [βλ. Εφημερίδα «Βοϊράνη», Φεβρ. 1996, αρ. φ. 26. σελ. 6, «Άγιος Αθανάσιος» του Κ. Κυριαζή - Κηπουρού]. Η πλειοψηφία όμως των κατοίκων ήταν τουρκικής καταγωγής.

Ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος γράφει στην επιστολή του:

«Ανεπίσημα πληροφορήθηκα ότι δήθεν οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι του χωριού Μπόργιανη το οποίο απέχει προς τα νοτιοανατολικά περίπου δύο ώρες με άμαξα, ζητούν να αποδοθεί σε αυτούς η Εκκλησία μας, την οποία οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε τζαμί την περίοδο της Τουρκοκρατίας και τώρα μετά τον ιερό βαλκανικό πόλεμο, καθώς νίκησε ο Σταυρός, μετατρέψαμε πάλι σε Εκκλησία μας, όπως είχαμε κάθε δικαίωμα.

Στο χωριό Μπόργιανη υπάρχει και άλλο ωραιότατο τζαμί, νεόκτιστο, ευρύχωρο και με μιναρέ. Εγώ δεν επέτρεψα οε κάποιους άτακτους χριστιανούς μου να το πειράξουν στο ελάχιστο, κατά την ανώμαλη περίοδο του προηγούμενου Οκτωβρίου (1912), όταν καταργήθηκε η τουρκική τυραννία. Το τζαμί αυτό είναι στη διάθεσή τους και βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, που αριθμεί μόλις εκατό τουρκικές οικογένειες τώρα.

Το άλλο τζαμί, δηλαδή η εκκλησία μας τώρα, είναι μικρό και βρίσκεται στην άκρη του χωριού, όπου ζουν και οι χριστιανικές μας οικογένειες 15 - 20 τον αριθμό, διότι την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν ήταν δυνατό να ζουν άφοβα με τις οικογένειες τους σε μερικά καθαρά τουρκικά χωριά.

Οι χριστιανοί μας στερούνταν και Εκκλησίες, διότι οι Τούρκοι, στα χωριά με μουσουλμάνους στη μεγάλη πλειοψηφία τους, δε δέχονταν ή επέτρεπαν πολύ δύσκολα την ανέγερση Εκκλησιών.

Τώρα λοιπόν που διορθώσαμε αυτό το τζαμί, αν και ήταν Εκκλησία μας, και την Αγία Τράπεζα βρήκαμε και τακτικό ιερέα στείλαμε στην Μπόργιανη και οι μουσουλμάνοι της Μπόργιανης έχουν το δικό τους ωραίο και ευρύχωρο τζαμί, να θέλουν να λάβουν πίσω την Εκκλησία μας, η οποία, κατά γενική ομολογία όλων, και των Χριστιανών στα γειτονικά χωριά, είχε μετατραπεί σε τζαμί.

Επομένως, το να στερηθούν οι χριστιανοί μου στην Μπόργιανη τη μόνη Εκκλησία τους θα ήταν σαν να στερούνται οι χριστιανοί μου στη Δράμα το Εσκί τζαμί και την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τα οποία από τζαμιά μετατρέψαμε οε εκκλησίες, διότι πράγματι ήταν εκκλησίες, πριν από την περίοδο της τουρκοκρατίας.

Αν θελήσετε να τα μετατρέψετε πάλι σε τζαμί, αυτό βέβαια είναι πολύ άδικο και ενάντια σε όλους τους θείους και ανθρώπινους νόμους. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη μικρή μας εκκλησία στη Μπόργιανη και πιστεύω ότι, αν υπάρχει αίτημα των Μουσουλμάνων, δε θα ληφθεί υπόψη ως πολύ άδικο» [Μητροπολίτης Αγαθάγγελος, «Αι δραματικαί περιπέτειαι Δράμας μέχρι της απελευθέρωσης αυτής», Καβάλα, 1913, σελ. 122 - 123].

Η επιστολή, μάς επιτρέπει να χρονολογήσουμε την πρώτη εκκλησία στην Μπόργιανη. Το τζαμί μετατράπηκε σε Εκκλησία μετά τη φυγή των Τούρκων (23 Οκτωβρίου 1912) και πριν από τη συγκεκριμένη επιστολή (16 Απριλίου 1913).
Η πληροφορία του Μητροπολίτη για ύπαρξη εκκλησίας, πριν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δεν έχει αποδειχτεί από τις ιστορικές πήγες ή τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Μήπως ήταν κάποιο τέχνασμα του Αγαθάγγελου, για να πείσει τις βουλγαρικές αρχές;

Έχουμε όμως και τη μαρτυρία του κ. Ηλία Παπαζώτου για τη ζωή των ηπειρωτών στο χωριό μας και την πρώτη εκκλησία μας.
Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Όταν δόθηκε στις οικογένειες των ηπειρωτών το δικαίωμα να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, άρχισαν να ερευνούν στον αυλόγυρο της μικρής εκκλησίτσας που υπήρχε, οπότε βρήκαν την Αγία Τράπεζα, η οποία ήταν μαρμάρινη και σκαλιστή.
Οι γυναίκες άρχισαν τότε με σουγιαδάκια να την καθαρίσου από τα χώματα και, αφού την έπλυναν, την τοποθέτησαν στο εγκαταλελειμμένο τουρκικό τζαμί που ήταν χτισμένο εκεί. Σιγά - σιγά έχτισαν και ένα εκκλησάκι όπου και μετάφεραν μόνιμα πια την Αγία Τράπεζα» [βλ. Ηπειρώτες, οι πρώτοι Έλληνες κάτοικοι του Αγίου Αθανασίου της κ. Δήμητρας Μαντζιώρη]

Πότε όμως και από ποιους χτίστηκε η μικρή εκκλησία στην Μπόργιανη, για την οποία γίνεται λόγος στη μαρτυρία του κ. Παπαζώτου;
Ήταν έργο των ηπειρωτών, των πρώτων ελλήνων κατοίκων του χωριού μας, που εγκαταστάθηκαν εδώ από το 1904; Και αν δεχτούμε τη μαρτυρία του Μητροπολίτη Αγαθάγγελου για ύπαρξη εκκλησίας πριν από την περίοδο της τουρκοκρατίας, ποιοι ήταν εκείνοι οι μακρινοί συμπατριώτες και ομόθρησκοί μας;

Η «μαρμάρινη και σκαλιστή Αγία Τράπεζα» της πρώτης εκκλησίας, που αναφέρουν ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος στο ημερολόγιό του και ο κ. Παπαζώτος, είναι ένα κορινθιακό κιονόκρανο από τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων!

Συγκεκριμένα, κιονόκρανο από τη Βασιλική Β' των Φιλίππων (παλαιοχριστιανική εκκλησία του 550 μ.Χ.), που παραμένει άγνωστο πως και πότε βρέθηκε στο χωριό μας, χρησιμοποιήθηκε ως Αγία Τράπεζα στην παλιά ενοριακή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

Όταν γκρεμίστηκε η παλιά εκκλησία, για να δώσει τη θέση της στην καινούρια, οι συγχωριανοί μας έχτισαν από σεβασμό παρεκκλήσι εκεί που βρισκόταν ο μέχρι τότε ναός της Αγίας Παρασκευής, διατηρώντας ανέπαφη την Αγία Τράπεζα, το κορινθιακό κιονόκρανο, δηλαδή από τους Φιλίππους.

Το 1972 η Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας επιχείρησε να μεταφέρει το κιονόκρανο στους Φιλίππους. Η αρχαιολόγος κ. Ευτ. Κουρκουτίδου - Νικολαΐδου γράφει στο Αρχαιολογικό Δελτίο:

«Έγινε ενέργεια για μεταφορά στη Βασιλική Β' του κυανοκράνου της, που βρισκόταν στον εγκαταλελειμμένο ναό της Αγίας Παρασκευής στο χωριό του Αγίου Αθανασίου. Το αίτημά μας δεν έγινε αποδεκτό από το Μητροπολίτη Δράμας» [Αρχαιολογικό Δελτίο, 1972, Χρονικά σελ. 573.]

Χάρη στο Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο και τις αντιδράσεις των συγχωριανών μας, παρέμεινε στο χωριό μας ένα κομμάτι της νεότερης ιστορίας μας, που μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη αρχαιολογική αξία, αλλά είναι σίγουρα συναισθηματικά δεμένο με τους παλαιότερους κυρίως κατοίκους.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΟ ΩΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

0
  • Δεν υπάρχουν σχόλια
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn
Αναζήτηση

Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 18 επισκέπτες και κανένα μέλος

Κύλιση στην Αρχή